Τρίτη, 20 Δεκεμβρίου 2011

ΠΛΟΥΤΑΡΧΟΥ : ΤΑ ΗΘΙΚΑ - ΠΕΡΙ ΣΑΡΚΟΦΑΓΙΑΣ ΛΟΓΟΣ Α'


Πλούταρχος (περίπου 46 – 120 µ.χ.)

 ΠΛΟΥΤΑΡΧΟΥ: ΤΑ ΗΘΙΚΑ

ΠΕΡΙ ΣΑΡΚΟΦΑΓΙΑΣ ΛΟΓΟΣ Α' 

1. Εσύ ρωτάς για ποιο λόγο ο Πυθαγόρας απείχε από το κρέας. Εγώ, αντίθετα, απορώ τι έπαθε και τι ένιωθε ο πρώτος άνθρωπος και ακούµπησε το στόµα του σε αίµα σκοτωµένου πλάσµατος, πλησίασε τα χείλη του σε σάρκα πεθαµένου ζώου και, παραθέτοντας σε τραπέζι µπαγιατεµένα πτώµατα, ονόµασε τροφή και θρέψη τα µέρη που λίγο πριν βέλαζαν, φώναζαν, κινούνταν και ζούσαν. Πώς τα µάτια του άντεξαν να δουν το αίµα πλασµάτων που σφάζονταν, γδέρνονταν, διαµελίζονταν; Πώς η όσφρησή του άντεξε την κακοσµία; Πώς η µόλυνση δεν απέτρεψε την γεύση που άγγιζε τις πληγές των άλλων και ρουφούσε τους χυµούς και τα υγρά θανάσιµων τραυµάτων; 

"Τα δέρµατα ανατρίχιασαν και τα κρέατα γύρω στις σούβλες µούγκρισαν, ψηµένα και ωµά, όταν ακούστηκε η φωνή των βοδιών" (Οµήρου Οδύσσεια) 

Αν και αυτό είναι επινόηση και µύθος, εντούτοις αυτό το είδος γεύµατος είναι στ’ αλήθεια δυσοίωνο – όταν κάποιος λαχταράει το κρέας που βελάζει ακόµα, υποδεικνύοντας µε ποια ζώα πρέπει να τρεφόµαστε, ενώ αυτά είναι ακόµα ζωντανά και εκφέρουν τις κραυγές τους, και να επινοεί µεθόδους για την καρύκευση, το ψήσιµο και το σερβίρισµά τους. Την περίπτωση εκείνου που εγκαινίασε την τακτική τούτη πρέπει να εξετάσει κάποιος και όχι αυτού που την σταµάτησε έστω και αργά. 

2. Ή µήπως θα πρέπει να δηλώσουµε ότι ο λόγος για εκείνους που πρώτοι καθιέρωσαν την σαρκοφαγία, ήταν η αναγκαιότητα της ανέχειας τους; ∆εν συνέβη ενώ περνούσαν τον καιρό τους µε δίκαιες επιθυµίες ούτε ενώ είχαν σε υπεραφθονία τα αναγκαία έτσι ώστε να παραδοθούν σε αφύσικες και αντικοινωνικές  ηδονές και να καταλήξουν σε αυτήν την πρακτική. Αν, αυτή τη στιγµή, µπορούσαν να ανακτήσουν αίσθηση και φωνή, θα έλεγαν: «Ευλογηµένοι κι αγαπηµένοι των θεών εσείς οι τωρινοί, τι εποχή σας έλαχε να ζήσετε, να καρπώνεστε και να απολαµβάνετε µια κληρονοµιά που αφθονεί από αγαθά! Πόσα φυτά µεγαλώνουν για σας! Και πόσες σοδειές συγκοµίζετε! 

Πόσο πλούτο από τους κάµπους, πόση ευχάριστη διατροφή µπορείτε να δρέπετε από τα δέντρα! Έχετε τη δυνατότητα να καλοπερνάτε χωρίς να λερώνετε τα χέρια σας µε αίµα! Σε εµάς όµως έτυχε πολύ ζοφερός και φοβερός καιρός, αφού από την ώρα που γεννηθήκαµε πέσαµε σε µεγάλη και πνιγηρή φτώχεια. Τότε αέρας έκρυβε ακόµη τον ουρανό και τα άστρα, ανακατεµένος µε θολή και αδιαπέραστη υγρασία, φωτιά κι µανιασµένο άνεµο. Ο ήλιος ακόµη δεν είχε σταθεί ακίνητος και σε σταθερή πορείατην αυγή και τη δύση να διακρίνει. Τις ξανάφερνε πάλι, αφού τις στεφάνωνε µε τις καρποφόρες Ώρες που φορούν λουλούδια στο κεφάλι, ενώ η γη γνώριζε µεγάλη βία 

από ποταµούς που χύνονταν εδώ κι εκεί, πολλές περιοχές της δεν είχαν µορφή λόγω των νερών που λίµναζαν. Η Γη ήταν σε άγρια κατάσταση µε πυκνά έλη, άγονες λόχµες και δάση. Συγκοµιδή ήµερων καρπών δεν υπήρχε, ούτε εργαλεία, ούτε ίχνος επινοητικότητας και δεξιότητας. Η πείνα δεν µας έδινε καµία ανάπαυλα, ούτε υπήρχαν τότε οι σπόροι να αναµένουν την ετήσια εποχή της σποράς. Πού το παράξενο λοιπόν αν φάγαµε σάρκες ζώων παρά τις επιταγές της φύσης, τότε που και η λάσπη τρωγόταν και ο φλοιός δέντρων φαγώθηκε και το να βρεις φύτρα γρασιδιού ή ρίζες βούρλων ήταν ευτύχηµα; Όταν γευτήκαµε και φάγαµε βαλανίδια, χορέψαµε από τη χαρά µας γύρω από µία βαλανιδιά, αποκαλώντας την δωρήτρια ζωής, µητέρα και τροφό. Αυτή ήταν η µόνη γιορτή που γνώριζε τότε η ζωή, ενώ όλα τα άλλα ήταν ένα συνοθύλευµα οδύνης και µελαγχολίας. 

Εσάς τους τωρινούς όµως ποια λύσσα και ποια φρενίτιδα σας οδηγεί να βάφετε τα χέρια σας µε αίµα, τη στιγµή που σας προσφέρονται τόσα για τις ανάγκες σας; Γιατί κατηγορείτε άδικα τη γη πως δε µπορεί να σας θρέψει; Γιατί ασεβείτε προς τη θεσµοφόρο ∆ήµητρα και προσβάλλετε τον ήµερο και µειλίχιο ∆ιόνυσο, λες και δεν παίρνετε αρκετά από αυτούς; ∆εν ντρέπεστε να ανακατεύετε τους ήµερους καρπούς µε αίµα από σφαγή; Αποκαλείτε τα φίδια, τις λεοπαρδάλεις και τα λιοντάρια άγρια ζώα, ενώ οι ίδιοι σφάζετε και σκοτώνετε χωρίς να αφήσετε στα ζώα αυτά περιθώρια να σας ξεπεράσουν σε βαναυσότητα. Ο φόνος των ζώων είναι γι αυτά τροφή, για εσάς λιχουδιά." 

3. ∆εν τρώµε βέβαια λιοντάρια και λύκους λόγω αυτοάµυνας. Αντίθετα, αυτά τα αφήνουµε και πιάνουµε και σκοτώνουµε τα άκακα, τα εξηµερωµένα πλάσµατα, όσα δεν έχουν κεντρί ούτε δόντια να µας δαγκώσουν, τα οποία, µα το ∆ία, γέννησε η φύση για την οµορφιά και τη χάρη τους...
Είναι σαν κάποιος, βλέποντας το Νείλο να πληµµυρίζει και να γεµίζει τη χώρα µε ορµητικά νερά, γόνιµα και καρποφόρα, να µη συνειδητοποιεί τούτο το θαύµα, το ότι τρέφει και κάνει να βγαίνουν άφθονοι οι πιο ήµεροι και ωφέλιµοι για τη ζωή καρποί, αλλά, βλέποντας ένα κροκόδειλο να κολυµπάει στα νερά του, ή ένα φίδι να σέρνεται ή χιλιάδες άλλα άγρια ζώα, να αναφέρει αυτά ως αιτίες που κατηγορεί και αναγκάζεται να αντιδράσει όπως αντιδρά. Ή, µα το ∆ία, είναι σαν να κοιτάζει κάποιος τη γη τούτη και τα χωράφια, γεµάτα ήµερους καρπούς και πληµµυρισµένα στάχυα, κι έπειτα, κοιτώντας κάτω από την πλούσια αυτή συγκοµιδή και ανακαλύπτοντας κάπου στάχυ ήρας ή άλλου παρασίτου, να αφήνει εκείνα αµάζευτα κι αθέριστα και να παραπονιέται για τούτα. 

Άλλο παράδειγµα: και λόγο ρήτορα συνηγόρου αν παρακολουθεί κάποιος σε δίκη, λόγο πληθωρικό, που εκφωνείται για να βοηθήσει στον κίνδυνο ή, µα το ∆ία, για να κατακρίνει και να καταγγείλει πράξεις αυθαίρετες και αυταπόδεικτες, λόγο που ρέει και προχωρεί µε τρόπο όχι απλό ούτε λιτό, αλλά είναι φορτωµένος µε πολλά µαζί ή µάλλον µε κάθε είδους πάθη και απευθύνεται κατά τον ίδιο τρόπο στις πολλές και διάφορες ψυχικές διαθέσεις των ακροατών ή των δικαστών, τις οποίες πρέπει να αλλάξει και να µεταβάλλει ή, µα το ∆ία, να καταπραΰνει, να ηµερώσει και να ηρεµήσει - γιατί λοιπόν τούτος ο παρατηρητής, παραβλέποντας να εξετάσει και να εκτιµήσει το στοιχείο τούτο της υπόθεσης που έχει να κάνει ... µε την έκβαση της δίκης, να σταχυολογεί λάθη στην έκφραση, τα οποία ο χειµαρρώδης λόγος, συµπαρέσυρε στην ορµή του, λάθη που χάνονται και εξαφανίζονται όσο προχωρεί; Αλλά και κάποιου δηµοσίου ρήτορα αν παρακολουθεί... ]  

4. Τίποτα δε µας συγκινεί, ούτε το ζωηρό χρώµα του δέρµατος, ούτε η γοητευτική µελωδική φωνή, ούτε ο καθαρός τρόπος ζωής και η ξεχωριστή νοηµοσύνη των άµοιρων ζώων. Αλλά για ένα µικρό κοµµάτι σάρκας αφαιρούµε την ψυχή, το φως του ήλιου, τα χρόνια της ζωής, για τα οποία έχουν γεννηθεί κι φτιαχτεί από τη φύση. Ακόµη, τις φωνές και τις κραυγές τους, τις θεωρούµε άναρθρους ήχους και όχι παρακλήσεις, δεήσεις και επικλήσεις για δικαιοσύνη του καθενός τους που λέει: "∆εν σου ζητώ να µε λυπηθείς στην ανάγκη σου, αλλά µην προχωρήσεις στην ύβρη. Αν είναι για να φας, σκότωσέ µε, αν είναι για να ευχαριστήσεις τη γεύση, µη µε σκοτώνεις". 

Τι ωµότητα! Είναι τροµακτικό να βλέπεις να στρώνεται τραπέζι πλουσίων, που απασχολούν µάγειρες και παρασκευαστές για να προετοιµάσουν τα νεκρά ζώα! Ακόµη πιο φοβερό όµως (να το βλέπεις) όταν ξεστρώνεται, διότι όσα έχουν µείνει είναι περισσότερα απ' όσα έχουν φαγωθεί. Εποµένως τα ζώα µάταια πέθαναν. Άλλοι πάλι αρνούνται τα σερβιρισµένα και δεν θέλουν να τα δουν να κόβονται και να τεµαχίζονται. Αν και παραιτούνται από αυτά τώρα που είναι νεκρά, δεν συνηγόρησαν υπέρ τους όταν ήταν ζωντανά.

5. ∆ηλώνουµε, λοιπόν, ότι είναι παράλογο γι αυτούς να ισχυρίζονται ότι η πρακτική της σαρκοφαγίας βασίζεται στη φύση. Το ότι δεν είναι στη φύση του ανθρώπου να τρώει κρέας φαίνεται κατ' αρχάς από την κατασκευή των σωµάτων. Πράγµατι, το ανθρώπινο σώµα δε µοιάζει µε κανενός ζώου απ΄όσα έχουν φτιαχτεί για να τρώνε κρέας: δεν υπάρχουν προτεταµένα χείλη, µυτερά νύχια, κοφτερά δόντια, γερό στοµάχι και θερµή πνοή ικανή να µετατρέψει και να επεξεργαστεί µια βαριά διατροφή σάρκας. 

Ως εκ τούτου η φύση µε τα λεία δόντια, το µικρό στόµα, την µαλακιά γλώσσα και την αδυναµία της πνοής για πέψη αποκλείει τη σαρκοφαγία. Αν υποστηρίζεις πως είσαι φτιαγµένος για τέτοιου είδους τροφή, πρώτα σκότωσε ο ίδιος αυτό που θέλεις να φας, από µόνος σου, χωρίς να χρησιµοποιήσεις µαχαίρι, ρόπαλο ή τσεκούρι. Αντίθετα, όπως οι λύκοι, οι αρκούδες και τα λιοντάρια σκοτώνουν µόνα τους τα ζώα που τρώνε, σκότωσε µε δάγκωµα βόδι ή µε το στόµα γουρούνι, ξέσκισε αρνί ή λαγό και πέσε πάνω του να το φας όσο είναι ακόµα ζωντανό, όπως εκείνα. 

Αν περιµένεις να βρεθεί νεκρό αυτό που τρως και έχεις αναστολές να απολαύσεις τη σάρκα όσο ακόµα η ζωή είναι παρούσα, γιατί το τρως άψυχο πηγαίνοντας ενάντια στη φύση; Ωστόσο, ούτε άψυχο και νεκρό το τρώνε όπως είναι, αλλά το βράζουν, το ψήνουν, το µεταβάλλουν µε φωτιά και φάρµακα, αλλοιώνοντας, µετατρέποντας και σβήνοντας µε µύρια καρυκεύµατα την γεύση του αίµατος, ώστε το γευστικό όργανο να εξαπατηθεί και να δεχτεί ό,τι του είναι ξένο.  

Έξυπνη ήταν βέβαια η απάντηση του Λάκωνα, που αγόρασε µικρό ψάρι σε πανδοχείο και ζήτησε από τον πανδοχέα να του το ετοιµάσει. Όταν εκείνος του ζήτησε τυρί, ξίδι και λάδι, απάντησε: "Αν τα είχα, δεν θα αγόραζα ψάρι". Εµείς όµως είµαστε τόσο λεπτεπίλεπτοι στην πρακτική µας που προκαλεί αιµατοχυσία, ώστε αποκαλούµε το κρέας συµπληρωµατική τροφή κι έπειτα χρειαζόµαστε άλλα συµπληρώµατα για το ίδιο το κρέας, ανακατεύοντας λάδι, κρασί, µέλι, ψαρόζουµο, ξίδι µαζί µε µυρωδικά από τη Συρία και την Αραβία, σαν να βαλσαµώνουµε πράγµατι νεκρό για ταφή. Μα ακόµη κι αφού αυτό µαλακώσει και υποστεί πρόπεψη, είναι δύσκολο για την πέψη να το χειριστεί µε επιτυχία. Και αν η πέψη νικηθεί, το κρέας µας προκαλεί φοβερό βάρος και νοσηρές µορφές δυσπεψίας.  

6. Ο ∆ιογένης τόλµησε να φάει χταπόδι ωµό ώστε να βάλει τέρµα στην επεξεργασία του κρέατος µε την φωτιά. Ενώ είχαν σταθεί γύρω του άνθρωποι πολλοί, αφού κάλυψε το κεφάλι του µε τον τριβώνα, πλησιάζοντας το κρέας στο στόµα του, είπε: "Για χάρη σας εκθέτω τη ζωή µου σε κίνδυνο", κίνδυνο, µα το ∆ία, αληθινά ωραίο. Όπως ο Πελοπίδας για να ελευθερώσει την Θήβα ή όπως ο Αρµόδιος και ο Αριστογείτων για χάρη των Αθηναίων, αυτός ο φιλόσοφος έθεσε την ζωή του σε κίνδυνο, παλεύοντας µε το ωµό χταπόδι, για να αποκτηνώσει την ζωή µας!  

Η σαρκοφαγία δεν είναι µόνον για τα σώµατα παρά φύση, αλλά µας κάνει πνευµατικά τραχείς και χυδαίους λόγω του κορεσµού και της κατάχρησης. "Το κρασί και η υπερβολική κρεοφαγία κάνουν πράγµατι το σώµα δυνατό και ρωµαλέο, την ψυχή όµως ασθενική". Για να µη θίξω τους αθλητές, καταφεύγω σε συγγενικά µου παραδείγµατα. Οι κάτοικοι της Αττικής αποκαλούσαν εµάς του Βοιωτούς χοντρούς, αναίσθητους και ηλίθιους κυρίως λόγω της αδηφαγίας. "Τούτοι πάλι είναι γουρούνια"... και ο Μένανδρος λέει "αυτοί που έχουν σαγόνια" και ο Πίνδαρος "και έπειτα να καταλάβουµε...". 

"Η ξερή ψυχή είναι η πιο σοφή" σύµφωνα µε τον Ηράκλειτο. Τα άδεια πιθάρια, όταν τα χτυπήσεις, ηχούν, όταν γεµίσουν όµως, δεν απαντούν στο χτύπηµα. Τα λεπτά χαλκώµατα πάλι µεταδίδουν τους ήχους κυκλικά, µέχρις ότου, ακουµπώντας κάποιος το χέρι του, δηµιουργήσει φράγµα και φιµώσει τον ήχο που παράγεται, καθώς το χτύπηµα µεταφέρεται κυκλικά. Το µάτι πάλι, αν γεµίσει µε πλεονάζον υγρό, θαµπώνεται, ατονεί και δε µπορεί να εκτελέσει το έργο του. 

Κοιτάζοντας επίσης τον ήλιο µέσα από αέρα που µάζεψε υγρασία και πλήθος αναφοµοίωτων αναθυµιάσεων, τον βλέπουµε όχι καθαρό και λαµπρό, αλλά βυθισµένο σε άχλη µε ακτίνες που ξεγλιστρούν και χάνονται. Έτσι εποµένως και µέσα από σώµα ταραγµένο, παραφορτωµένο και βαρύ από τροφές αταίριαστες η λάµψη και το φέγγος της ψυχής ρέουν από αυτό θολά και συγχυσµένα, ανώµαλα και ασταθή, εφόσον η ψυχή δε διαθέτει φως και ένταση για να εισχωρήσει στα λεπτά και αδιόρατα σηµεία της πραγµατικότητας. 

7. Μα και πέρα από αυτά, δεν θεωρείς πως ο εθισµός στην αγάπη για τα άλλα πλάσµατα είναι θαυµάσιο πράγµα; Ποιος θα µπορούσε να αδικήσει άνθρωπο, αν αντιµετωπίζει µε τόση πραότητα και αγάπη πλάσµατα ξένα και όχι συγγενικά; Πριν δύο µέρες, σε κάποια συζήτηση, ανέφερα τη ρήση του Ξενοκράτη, ότι οι Αθηναίοι τιµώρησαν εκείνον που έγδαρε το κριάρι ζωντανό. Κατά την άποψή µου, όποιος βασανίζει πλάσµα που ζει δεν είναι καλύτερος από εκείνον που αφαιρεί τη ζωή και σκοτώνει. Αλλά, απ' ό,τι φαίνεται, είµαστε πιο παρατηρητικοί σε πράξεις ενάντια στην παράδοση παρά σε πράξεις ενάντια τη φύση. 

Τούτα εξέφρασα σε εκείνη την περίπτωση µε πιο απλό τρόπο. Όµως, ακόµα διστάζω να φέρω προς συζήτηση την αρχή στην οποία βασίζεται η άποψή µου, όσο µεγάλη και µυστηριώδης και απίστευτη κι αν είναι, όπως λέει ο Πλάτων, µε απλά έξυπνους ανθρώπους που σκέφτονται σαν θνητοί, όπως ο ναυτικός διστάζει να αλλάξει την πορεία του πλοίου του σε κακοκαιρία ή ο θεατρικός συγγραφέας να υψώσει τον από µηχανής Θεό στη µέση του δράµατος. Αλλά όµως δεν είναι ίσως αταίριαστο να προετοιµάσει κάποιος το κοινό, αναφέροντας από πριν του στίχους του Εµπεδοκλή... 

Εδώ αναφέρεται αλληγορικά στις ψυχές, ότι δηλαδή, είναι φυλακισµένες σε σώµατα θνητά επειδή τιµωρούνται για φόνους, βρώση σαρκών και κανιβαλισµό. Ωστόσο, τούτη η άποψη φαίνεται να είναι ακόµη πιο παλιά, εφόσον τα µυθικά πάθη και ο διαµελισµός του ∆ιόνυσου, και αυτά που τόλµησαν να κάνουν οι Τιτάνες εναντίον του και να τον φάνε, η τιµωρία τους, τέλος, για το φόνο και η κεραυνοβόλησή τους, είναι µύθος που αναφέρεται υπαινικτικά στην αναγέννηση. ∆ιότι στο άλογο στοιχείο µέσα µας, στο στοιχείο της αταξίας και της βίας που είναι όχι θεϊκό αλλά δαιµονικό, έδωσαν οι αρχαίοι το όνοµα Τιτάνες, που σηµαίνει αυτούς που τιµωρούνται και υπόκεινται σε σωφρονισµό. 
 
Έλληνας ιστορικός, βιογράφος και δοκιµιογράφος, γεννηµένος στην Χαιρώνεια της Βοιωτίας, γνωστός κυρίως για τα έργα του: «Βίοι παράλληλοι» και «Τα Ηθικά». 

Δημοσίευση σχολίου