Τετάρτη, 24 Σεπτεμβρίου 2014

Ιωαν. Δ. Καραβιδόπουλου - Αποσπάσματα από Βιβλικές Μελέτες Β΄


Duccio - Madonna and Child

Ιωαν. Δ. Καραβιδόπουλου - Αποσπάσματα από Βιβλικές Μελέτες Β΄

Εκείνο που σε τελευταία ανάλυση διακρίνει θεολογικά τον κήρυκα του ευαγγελίου από τον ιδιοτελή ή φιλόδοξο ρήτορα της εποχής είναι ότι απευθύνεται όχι σε μια κάποια απροσδιόριστη κοινωνικά και θρησκευτικά ομάδα ανθρώπων αλλά σε μια κοινότητα που αρχίζει να συνειδητοποιεί τη διαφοροποίηση της από το περιβάλλον, είτε εθνικό είτε ιουδαϊκό, μια κοινότητα που είναι «εκκλησία». 


................................

Με αυτή την τελευταία διαπίστωση επανερχόμαστε στον κεντρικό άξονα της μελέτης που είναι η φιλαδελφία. Είναι φυσικό σε μια μικρή κοινωνία που ζει μέσα σε μια συντριπτική πλειονότητα Εθνικών και Ιουδαίων να αναπτύσσονται για λόγους αμυντικούς δεσμοί στοργής και αγάπης, που ο Παύλος τους ενδυναμώνει με τη δική του ευαίσθητη και συναισθηματική ορολογία, η οποία όμως απορρέει από τη αγάπη του Χριστού, «του αποθανόντος υπέρ ημών ίνα… άμα συν αυτώ ζήσωμεν» (Α΄ 5,10) -ομολογία πίστεως προ-Παύλεια, που μας είναι γνωστή και από τις άλλες επιστολές του (Α΄ Κορ 15,3. Γαλ 1,3-4. Α΄ Πέτρ 2,21. 24. 3,18 κ.ά.).

Εκείνο που εντυπωσιάζει ιδιαίτερα είναι η προτροπή του Παύλου για επέκταση της αγάπης στα όρια όχι μόνο της κοινότητας αλλά πάντων των ανθρώπων. Έτσι π.χ. μιλάει για πλεόνασμα και περίσσευμα αγάπης «εις αλλήλους και εις πάντας»: «υμάς δε ο κύριος πλεονάσαι και περισσεύσαι τη αγάπη εις αλλήλους και εις πάντας καθάπερ και ημείς εις υμάς» (Α΄ 3,12). Βλ. επίσης και την τελική δέσμη προτροπών της Α΄ Επιστολής: «οράτε μη τις κακόν αντί κακού τινι αποδώ, αλλά πάντοτε το άγαθον διώκετε [και] εις αλλήλους και εις πάντας» (Α’ 5,15).

Αυτή είναι η απάντηση του Παύλου στη Στωική απάθεια και την Κυνική αδιαφορία. Η πίστη και η ελπίδα στην έντονα αναμενόμενη Παρουσία του Κυρίου εκφράζεται ως εγρήγορση αγάπης, ως φιλαδελφία προς πάντας. 


................................

Έτσι, στο πρώτο κείμενό του ο Παύλος, ένα κείμενο νευρώδες, ζωντανό και δυναμικό, δεν θεολογεί θεωρητικά, αλλά αντιμετωπίζει υπαρκτά προβλήματα. Ο Παύλος γνωρίζει τα κηρύγματα και τις προτροπές των ρητόρων και φιλοσόφων της εποχής. Την άποψη αυτή στηρίξαμε στις εξής τέσσερις παρατηρήσεις.

1.Αντί της θορυβώδους, φιλόδοξου και ωφελιμιστικής εισόδου των ρητόρων στις πόλεις, η είσοδος του Παύλου υπήρξε απλή, χωρίς ανθρώπινες φιλοδοξίες, με μόνο θόρυβο τα παθήματα και τους υβρισμούς τόσο στους Φιλίππους όσο και στη Θεσσαλονίκη.

2.Αντί της αποστροφής της εποχής για τη χειρωνακτική εργασία προτείνει να εργάζονται οι χριστιανοί με τα ίδια τους τα χέρια, όπως ο ίδιος και οι συνεργάτες του εργάζονταν νύχτα μέρα παράλληλα με το έργο του ευαγγελισμού.

3.Στην πολιτική και κοινωνική αδιαφορία των Κυνικών και των Επικούρειων προβάλλει το κοινωνικό καθήκον της φιλαδελφίας.

4.Ο κύκλος της φιλαδελφίας δεν κλείνει στους δεσμούς συγγενείας αλλά ούτε και στους νέους δεσμούς που δημιουργεί η πίστη. Επεκτείνεται προς πάντας, έχει πανανθρώπινες διαστάσεις.

(Ιωαν. Δ. Καραβιδόπουλου, «Βιβλικές Μελέτες Β΄», εκδ. Π.Πουρναρά, Θεσ/νίκη 2000, σ. 198-218)
Δημοσίευση σχολίου