Τετάρτη, 6 Ιουνίου 2012

Τα Χρυσά Έπη των Πυθαγορείων - The Golden Verses Of Pythagoras


Pythagoras. Detail engraving from Del vitto Pitagorico (Firenze: Francesco Moücke, 1743).

Τα Χρυσά Έπη των Πυθαγορείων - The Golden Verses Of Pythagoras 
 Είναι άγνωστο ποίος έγραψε τα Χρυσά Έπη. Σίγουρα είναι Πυθαγόρεια, αλλά δεν μπορούμε να δεχθούμε πως τα έγραψε ο ίδιος ο Πυθαγόρας, καθότι γνωρίζομε πως δεν άφησε κανένα γραπτό κείμενο. Απλά εντάσσονται στην παράδοση των Πυθαγορείων.

Αυτή τη θέση έχει κρατήσει ο Ιάμβλιχος, ο Γρηγόριος ο Ναζιανζηνός, ο Ιεροκλής, ο Πρόκλος και ο Σιμπλίκιος.
Σύμφωνα με τον σχολιασμό του Ιεροκλέους, τα εν λόγω Έπη λέγονται "Χρυσά" για να επισημανθεί ότι “περιέχουν την τελειότατη στοιχείωση της φιλοσοφίας των Πυθαγορείων". Ο χρυσός, σύμφωνα πάντα με τον Ιεροκλή, είναι μέταλλο καθαρότατο, και ανώτερο από τα υπόλοιπα, διότι δεν οξειδώνεται, ενώ τα υπόλοιπα αλλοιώνονται, καθώς προσμειγνύονται με ξένα και γήινα συστατικά.

Το ποίημα αποτελείται από 71 στίχους και μπορεί να χωριστεί σε δύο ενότητες. Η πρώτη, 1 στίχος ως 49α στίχος, περιέχει απλές γνώμες και έχει χαρακτήρα προστακτικό. Η δεύτερη, 49β στίχος ως 71στίχος, περιέχει υποσχέσεις και υποδεικνύει τους έσχατους σκοπούς. Συνεπώς, σύμφωνα με τη δομή του ποιήματος, μπορούμε να πούμε ότι μας λέει πως, αν κάνουμε αυτό που μας προτρέπει στο πρώτο μέρος, τότε θα έχουμε τα πλεονεκτήματα που μας υπόσχεται στο δεύτερο.

Το βασικό θέμα των Χρυσών Εττών, είναι η βαθιά γνώση. Στην πρώτη ενότητα τίθεται σε επίπεδο ηθικό, ενώ στη δεύτερη σε επίπεδο μεταφυσικό. Όταν κάποιος κατορθώσει να αποκτήσει τη βαθιά γνώση, η ηθική και η μεταφυσική συνάπτονται μαζί και γίνονται ένα. Αυτός είναι ο καρπός της φιλοσοφίας. Κατά τη φάση αυτή, σύμφωνα με τους δύο τελευταίους στίχους, στίχος 70 και 71, των Χρυσών Επών, ο άνθρωπος, αφού εγκαταλείψει το σώμα του, μετέρχεται στον ελεύθερο αιθέρα, γίνεται αθάνατος, Θεός άμβροτος και δεν είναι πια θνητός

Τα Χρυσά Έπη των Πυθαγορείων

01-04
Να τιμάς πρώτα τους αθάνατους θεούς - όπως διατάζει ο νόμος - και να σέβεσαι τον όρκο σου. Ύστερα να τιμάς τους φωτεινούς ήρωες και τους δαίμονες της γης, πράττοντας με νομιμοφροσύνη.
Και τους γονείς σου να τιμάς επίσης και τους συγγενείς σου.


05-09
Μεταξύ των άλλων, να κάνεις φίλο εκείνον που υπερέχει στην αρετή και είναι άριστος.
Υπάκουε, μάλιστα, στα μετρημένα λόγια του και στις ωφέλιμες πράξεις του, και να μην εχθρεύεσαι τον φίλο σου εξαιτίας κάποιου μικρού σφάλματος όσο μπορείς. Διότι η δύναμη δεν απέχει από την ανάγκη. Γνώριζε, λοιπόν, τα πιο πάνω και εθίσου στο να ελέγχεις τα επόμενα:


10-14
Πρώτιστα το στομάχι, τον ύπνο, τις ακολασίες και την οργή. Ποτέ να μην κάνεις αισχρή πράξη, ούτε με κάποιον άλλο ούτε μοναχός σου προπαντός, να σέβεσαι τον εαυτό σου, Ακόμη, να ασκείς τη δικαιοσύνη με λόγια και με έργα, και συνήθισε πάντοτε να
έχεις μαζί σου τον Λόγο.


15-19
Να γνωρίζεις ότι πρόκειται όλοι να πεθάνουν και ότι τα χρήματα που κάποτε κερδίζονται, κάποτε χάνονται.
Οτιδήποτε όμως παθαίνουν οι θνητοί, εξαιτίας των Θεών, πρέπει να το υποφέρεις όποια και αν είναι η μοίρα σου, να την αντέχεις και να μην αγανακτείς.
Και πρέπει να θεραπεύεις όσα μπορείς, λέγοντας πως,


20-24
η Μοίρα δεν δίνει στους αγαθούς πολλούς από τους πόνους.
Πολλά θα ακούσεις να λένε οι άνθρωποι: άλλα καλά, άλλα κακά
ούτε να εκπλήσσεσαι από αυτά, αλλά ούτε αλόγιστα να τα απορρίπτεις. Εάν δεν λέγεται κάποιο ψεύδος, να ακούς με ηρεμία. Όσα μάλιστα θα σου πω, να τα ακολουθείς απαρεγκλίτως:


25-29
Κανένας δεν πρέπει να σε πείσει - ούτε με λόγια ούτε με
Έργα - να πράξεις κάτι που δεν θα σε ωφελήσει.
Να σκέφτεσαι μάλιστα πριν να πράξεις, για να μην φανείς άφρων και γελοίος· διότι είναι γνώρισμα του άφρονα το να λέει και να πράττει ανόητα πράγματα.
Και πρέπει να πράττεις μονάχα αυτά για τα οποία δεν θα μετανοήσεις εκ των υστέρων.


30-34
Μην κάνεις τίποτε το οποίο δεν γνωρίζεις, αλλά διδάξου όσα χρειάζεσαι μονάχα έτσι θα περάσεις τη ζωή σου ευχάριστα.
Δεν πρέπει να παραμελείς τη σωματική σου υγεία και πρέπει να πίνεις, να τρέφεσαι και να γυμνάζεται με μέτρο.
Λέγοντας μέτρο, εννοώ αυτό που δεν σε καταπονεί.


35-39
Εθίσου να έχεις καθαρή και άφθαρτη ζωή και απόφυγε να πράξεις όσα προκαλούν φθόνο. Μην κάνεις άσκοπες δαπάνες, σαν κάποιος που αγνοεί το καλό, αλλά ούτε να είσαι φιλάργυρος· το μέτρο είναι άριστο σε όλα.
Να πράττεις αυτό που δεν Θα σε βλάψει, και να σκέφτεσαι προτού να πράξεις.


40-44
Ποτέ μην αφήσεις τον ύπνο να βαρύνει τα μάτια σου, προτού σταθμίσεις οτιδήποτε έπραξες εκείνη την ημέρα:
“Τι έχω παραβεί; Τι έπραξα; Τι δεν έκανα από αυτά που έπρεπε να κάνω;”
Ξεκινώντας από την αρχή, εξέτασέ τα όλα μέχρι τέλους και μετά
επίπληξε τον εαυτό σου για όσα κακά έπραξες και ευχαριστήσου με τα καλά.


45-49
Αυτά να προσπαθείς, αυτά να σκέφτεσαι, αυτά πρέπει να επιθυμείς με πάθος, διότι αυτά θα σου δείξουν τα αχνάρια της θείας αρετής, σίγουρα, μα τον παραδώσαντα στην ψυχή μας την τετρακτύν, την πηγή της αιώνιας φύσης. Και τώρα επί το έργο,


50-54
αφού πρώτα προσευχηθείς εις τους θεούς για να το εκπληρώσουν.
Όταν γίνεις κύριος αυτών, θα γνωρίσεις τη σύσταση των αθάνατων Θεών και των θνητών ανθρώπων, τον τρόπο με τον οποίο το κάθε πράγμα διεισδύει παντού και το πώς παραμένει ένα και θα γνωρίσεις - όπως είναι δίκαιο - ότι η φύση είναι παντού όμοια, ούτως ώστε να μην προσδοκείς ποτέ το απροσδόκητο, ούτε κάτι να σου ξεφεύγει·


55-59
και θα γνωρίσεις πως οι ίδιοι οι άνθρωποι επέλεξαν τις συμφορές τους.
Αυτοί που δεν βλέπουν τα αγαθά - παρά το ότι είναι κοντά - δεν μπορούν ούτε να τα ακούσουν. Λίγοι είναι όσοι γνωρίζουν τη λύτρωση από τα κακά και τέτοια είναι η τύχη που βλάπτει τα φρένα των πολλών: μοιάζουν με κυλίνδρους, που άγονται και φέρονται από τη μια στην άλλη, υπομένοντας άπειρες συμφορές,


60-64
διότι η Έριδα, μια ολέθρια σύμφυτη συνέπεια [της δικής τους στάσης], τους έβλαψε εξαπίνης. Αυτήν δεν πρέπει να την προάγουν, αλλά σκόπιμα να την αποφεύγουν.
Δία, πατέρα, σίγουρα θα μας απάλλασσες όλους από πολλά κακά,
εάν έδειχνες σε όλους τι μορφής δαίμονα έχουμε μέσα μας.
Έχε όμως θάρρος· διότι οι θνητοί είναι θείο γένος και σε αυτούς η φύση προσφέρεται και δείχνει όλα τα ιερά.


65-69
Εάν εσύ έχεις οποιανδήποτε συμμετοχή σε αυτό και γίνεις κυρίαρχος των όσων σε προτρέπω - αφού εξαγνίσεις τη ψυχή σου - θα απαλλαγείς από αυτούς τους πόνους.
Κρατήσου μακριά από τις τροφές, όπως έχουμε πει στους Καθαρμούς και στην Λύση της Ψυχής, κρίνοντας και εξετάζοντας τα πάντα.
Θέσε ως ηνίοχο, πάνω από όλα, την άριστη γνώμη.


70-71
Όταν, λοιπόν, εγκαταλείψεις το σώμα και μετέλθεις στον ελεύθερο Αιθέρα, θα γίνεις αθάνατος - θεός άμβροτος - και όχι πια θνητός.


Μετάφραση: Αλέξιος Α. Πέτρου
Εκδόσεις: ΖΗΤΡΟΣ

Link :
http://www.astro.gr/arxaia-sofia/isopsiphia/XrusaEpi.htm

el.wikipedia.org/wiki/Πυθαγόρας 

The Golden Verses Of Pythagoras

Although no original writings of Pythagoras have survived antiquity, this collection of seventy-one aphorisms 1is mentioned by Hierocles of Alexandria in the fifth century CE. From internal evidence, some scholars believe that they come from a hexameter poem by Pythagoras, which was transmitted orally until persecution scattered the Pythagoreans, and they were then committed to writing.2 The present edition is an original translation by Florence M. Firth, adapted here for modern readers.

1. First worship the Immortal Gods, as they are established and ordained by the Law.

2. Reverence the Oath, and next the Heroes, full of goodness and light.

3. Honour likewise the Terrestrial Dæmons by rendering them the worship lawfully due to them.

4. Honour likewise thy parents, and those most nearly related to thee.

5. Of all the rest of mankind, make him thy friend who distinguishes himself by his virtue.

6. Always give ear to his mild exhortations, and take example from his virtuous and useful actions.

7. Avoid as much as possible hating thy friend for a slight fault.

8. [And understand that] power is a near neighbour to necessity.

9. Know that all these things are as I have told thee; and accustom thyself to overcome and vanquish these passions:--

10. First gluttony, sloth, sensuality, and anger.

11. Do nothing evil, neither in the presence of others, nor privately;

12. But above all things respect thyself.

13. In the next place, observe justice in thy actions and in thy words.

14. And accustom not thyself to behave thyself in any thing without rule, and without reason.

15. But always make this reflection, that it is ordained by destiny that all men shall die.

16. And that the goods of fortune are uncertain; and that as they may be acquired, so may they likewise be lost.

17. Concerning all the calamities that men suffer by divine fortune,

18. Support with patience thy lot, be it what it may, and never repine at it.

19. But endeavour what thou canst to remedy it.

20. And consider that fate does not send the greatest portion of these misfortunes to good men.

21. There are among men many sorts of reasonings, good and bad;

22. Admire them not too easily, nor reject them.

23. But if falsehoods be advanced, hear them with mildness, and arm thyself with patience.

24. Observe well, on every occasion, what I am going to tell thee:--

25. Let no man either by his words, or by his deeds, ever seduce thee.

26. Nor entice thee to say or to do what is not profitable for thyself.

27. Consult and deliberate before thou act, that thou mayest not commit foolish actions.

28. For it is the part of a miserable man to speak and to act without reflection.

29. But do that which will not afflict thee afterwards, nor oblige thee to repentance.

30. Never do anything which thou dost not understand.

31. But learn all thou ought'st to know, and by that means thou wilt lead a very pleasant life.

32. in no wise neglect the health of thy body;

33. But give it drink and meat in due measure, and also the exercise of which it has need.

34. Now by measure I mean what will not incommode thee.

35. Accustom thyself to a way of living that is neat and decent without luxury.

36. Avoid all things that will occasion envy.

37. And be not prodigal out of season, like one who knows not what is decent and honourable.

38. Neither be covetous nor niggardly; a due measure is excellent in these things.

39. Do only the things that cannot hurt thee, and deliberate before thou dost them.

40. Never suffer sleep to close thy eyelids, after thy going to bed,

41. Till thou hast examined by thy reason all thy actions of the day.

42. Wherein have I done amiss? What have I done? What have I omitted that I ought to have done?

43. If in this examination thou find that thou hast done amiss, reprimand thyself severely for it;

44. And if thou hast done any good, rejoice.

45. Practise thoroughly all these things; meditate on them well; thou oughtest to love them with all thy heart.

46. 'Tis they that will put thee in the way of divine virtue.

47. I swear it by him who has transmitted into our souls the Sacred Quaternion, the source of nature, whose cause is eternal.

48. But never begin to set thy hand to any work, till thou hast first prayed the gods to accomplish what thou art going to begin.

49. When thou hast made this habit familiar to thee,

50. Thou wilt know the constitution of the Immortal Gods and of men.

51. Even how far the different beings extend, and what contains and binds them together.

52. Thou shalt likewise know that according to Law, the nature of this universe is in all things alike,

53. So that thou shalt not hope what thou ought'st not to hope; and nothing in this world shall be hid from thee.

54. Thou wilt likewise know, that men draw upon themselves their own misfortunes voluntarily, and of their own free choice.

55. Unhappy that they are! They neither see nor understand that their good is near them.

56. Few know how to deliver themselves out of their misfortunes.

57. Such is the fate that blinds mankind, and takes away his senses.

58. Like huge cylinders they roll to and fro, and always oppressed with ills innumerable.

59. For fatal strife, innate, pursues them everywhere, tossing them up and down; nor do they perceive it.

60. Instead of provoking and stirring it up, they ought, by yielding, to avoid it.

61. Oh! Jupiter, our Father! if Thou would'st deliver men from all the evils that oppress them,

62. Show them of what dæmon they make use.

63. But take courage; the race of man is divine.

64. Sacred nature reveals to them the most hidden mysteries.

65. If she impart to thee her secrets, thou wilt easily perform all the things which I have ordained thee.

66. And by the healing of thy soul, thou wilt deliver it from all evils, from all afflictions.

67. But abstain thou from the meats, which we have forbidden in the purifications and in the deliverance of the soul;

68. Make a just distinction of them, and examine all things well.

69. Leaving thyself always to be guided and directed by the understanding that comes from above, and that ought to hold the reins.

70. And when, after having divested thyself of thy mortal body, thou arrivest at the most pure Æther,

71. Thou shalt be a God, immortal, incorruptible, and Death shall have no more dominion over thee.
Link :
http://www.sacred-texts.com/cla/gvp/gvp03.htm

Δημοσίευση σχολίου