Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Rosicrucian. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Rosicrucian. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 17 Μαΐου 2024

Καμπαλιστική Φιγούρα - Το ανοικτό Μυστικό των Πλήρων Κύκλων - Παράθεση των κειμένων από την Βίβλο


 Καμπαλιστική Φιγούρα 

Το ανοικτό Μυστικό των Πλήρων Κύκλων - Παράθεση των κειμένων από την Βίβλο.

Πάνω αναγράφεται :

Η σωστή βάση για τον θαυματουργό αριθμό του Θεού

1. 2. 3. 4.

ΕΛΟΧΙΜ.

Κάτω από αυτό μπορείτε να δείτε το σύμβολο του Ροδόσταυρου, έναν κύκλο χωρισμένο σε τέσσερα ίσα τμήματα, στα οποία αναγράφονται και πάλι οι αριθμοί 1 έως 4.

Στη συνέχεια: 

O Arcana Arcanorum

Από κάτω:

Ο Ένας Αιώνιος Θεός αποκαλύπτεται στην Τριάδα:

Τρεις που μαρτυρούν στον ουρανό,

Τρεις που μαρτυρούν στη γη. 

---

                                                                            

Είναι αδύνατον κάποιος να εισχωρήσει μέσα στην σοφία της Ροδοσταυρικής επιστήμης αν δεν μελετά, βιώνει και δίνει απόδειξη καθημερινός, μέσα από την ζωή του, σε αυτό το θαυμαστό εσωτερικό μέρος της Αγίας Γραφής. Παρακάτω σας αναγράφω όλα τα αποσπάσματα για τα οποία μας μιλά αυτή η φιγούρα.

Προς τους Κολοσσαείς Κεφ. 2

1. Θέλω να συνειδητοποιήσετε πόσο μεγάλο αγώνα κάνω για εσάς, για εκείνους που είναι στη Λαοδίκεια και για όλους εκείνους που δεν με έχουν δει προσωπικά. 

2  Αγωνίζομαι για να παρηγορηθεί η καρδιά τους και να είναι αρμονικά ενωμένοι με αγάπη και να έχουν όλο τον πλούτο που απορρέει από την πλήρη βεβαιότητα της κατανόησής τους, ώστε να αποκτήσουν ακριβή γνώση του ιερού μυστικού του Θεού, το οποίο είναι ο Χριστός. 

3  Σε αυτόν είναι προσεκτικά αποκρυμμένοι όλοι οι θησαυροί της σοφίας και της γνώσης. 

4  Το λέω αυτό για να μη σας ξεγελάσει κανείς με πειστικά επιχειρήματα. 

5  Αν και είμαι απών σωματικά, είμαι μαζί σας με το πνεύμα μου, καθώς χαίρομαι βλέποντας την ευταξία σας και τη σταθερότητα της πίστης σας στον Χριστό.

6. Όπως λοιπόν αποδεχτήκατε τον Χριστό Ιησού τον Κύριο, συνεχίστε να περπατάτε σε ενότητα με αυτόν, 

7  καθώς είστε ριζωμένοι και εποικοδομείστε σε αυτόν και σταθεροποιείστε στην πίστη, ακριβώς όπως διδαχτήκατε, και ξεχειλίζετε από ευχαριστία.

8  Προσέξτε να μη σας αιχμαλωτίσει κανείς μέσω της φιλοσοφίας και της κενής απάτης σύμφωνα με ανθρώπινες παραδόσεις, σύμφωνα με τα στοιχειώδη πράγματα του κόσμου και όχι σύμφωνα με τον Χριστό· 

9  επειδή σε αυτόν κατοικεί σωματικά όλη η πληρότητα της θεϊκής ιδιότητας.

10  Έχετε λοιπόν αποκτήσει πληρότητα μέσω αυτού, ο οποίος είναι η κεφαλή κάθε κυβέρνησης και εξουσίας.

11  Λόγω της σχέσης σας με αυτόν περιτμηθήκατε επίσης με περιτομή που έγινε χωρίς χέρια, βγάζοντας από πάνω σας το σάρκινο σώμα, με την περιτομή του Χριστού.

12  Διότι θαφτήκατε μαζί του στο βάφτισμά του, και λόγω της σχέσης σας με αυτόν αναστηθήκατε επίσης μαζί του μέσω της πίστης σας στο δυναμικό έργο του Θεού, ο οποίος τον ανέστησε από τους νεκρούς.

13  Και μολονότι ήσασταν νεκροί στα παραπτώματά σας και στην κατάσταση της μη περιτομής της σάρκας σας, ο Θεός σάς ζωοποίησε και σας ένωσε με αυτόν. Εκείνος συγχώρησε με καλοσύνη όλα μας τα παραπτώματα 

14  και έσβησε το χειρόγραφο που αποτελούνταν από διατάγματα και ήταν εναντίον μας. Το έχει βγάλει από τη μέση καρφώνοντάς το στο ξύλο του βασανισμού.

15  Απογύμνωσε τις κυβερνήσεις και τις εξουσίες και τις εξέθεσε δημόσια ως κατακτημένες, οδηγώντας τες σε θριαμβευτική πομπή μέσω του ξύλου του βασανισμού.

Κατά Ιωάννη Κεφ. 14

1«Μην ταράζεται η καρδιά σας· να ’χετε πίστη στο Θεό, να ’χετε πίστη και σ’ εμένα. 

2 Στο σπίτι του Πατέρα μου υπάρχουν πολλοί τόποι διαμονής· αν δεν υπήρχαν, θα σας το ’λεγα. Εγώ πηγαίνω να σας ετοιμάσω τόπο. 

3 Κι όταν πάω και σας ετοιμάσω τόπο, πάλι θα ’ρθώ και θα σας πάρω κοντά μου, ώστε όπου είμαι εγώ να είστε κι εσείς. 

4 Ξέρετε, βέβαια, και πού πηγαίνω και την οδό που οδηγεί εκεί».

5 «Κύριε», του λέει ο Θωμάς, «δεν ξέρουμε πού πηγαίνεις· πώς λοιπόν μπορούμε να ξέρουμε την οδό που οδηγεί εκεί;» 

6 Ο Ιησούς του απάντησε: «Εγώ είμαι η οδός, η αλήθεια και η ζωή· κανείς δεν πηγαίνει στον Πατέρα παρά μόνο αν περάσει από μένα. 

7 Αν με είχατε γνωρίσει, θα είχατε γνωρίσει και τον Πατέρα μου. Αλλά κι από τώρα τον γνωρίζετε και τον έχετε δει».

8 «Κύριε», του λέει ο Φίλιππος, «δείξε μας τον Πατέρα, κι αυτό μας αρκεί». 

9 Του λέει ο Ιησούς: «Τόσον καιρό είμαι μαζί σας, Φίλιππε, και δε μ’ έχεις γνωρίσει; Αυτός που έχει δει εμένα, έχει δει τον Πατέρα. Πώς μπορείς εσύ να λες “δείξε μας τον Πατέρα”; 

10 Δεν πιστεύεις πως εγώ είμαι αχώριστος από τον Πατέρα, κι ο Πατέρας από μένα; Τα λόγια που σας λέω εγώ, δεν τα λέω από μόνος μου· κι ο Πατέρας, που είναι ένα μ’ εμένα, αυτός πραγματοποιεί τα έργα. 

11 Πιστέψτε με ότι εγώ είμαι αχώριστος από τον Πατέρα, κι ο Πατέρας από μένα· αν πάλι δεν πιστεύετε στο λόγο μου, πιστέψτε εξαιτίας των ίδιων των έργων.

12 »Σας βεβαιώνω πως αυτός που πιστεύει σ’ εμένα, θα κάνει κι εκείνος τα ίδια έργα που κάνω εγώ και μάλιστα ακόμη μεγαλύτερα απ’ αυτά, γιατί εγώ πηγαίνω κοντά στον Πατέρα. 13Κι ό,τι ζητήσετε στο όνομά μου, θα το κάνω, ώστε η δόξα του Πατέρα να φανερωθεί μέσω του Υιού. 

14 Αν ζητήσετε κάτι στο όνομά μου, εγώ θα το πραγματοποιήσω».

15 «Αν με αγαπάτε, τηρήστε τις εντολές μου. 

16 Κι εγώ θα παρακαλέσω τον Πατέρα να σας δώσει άλλον Παράκλητο, το Πνεύμα της Αλήθειας, ώστε να είναι για πάντα μαζί σας. 

17 Το Πνεύμα αυτό δεν μπορεί να το δεχτεί ο κόσμος, γιατί ούτε το διακρίνει ούτε το γνωρίζει· εσείς το γνωρίζετε, γιατί μένει κοντά σας και θα υπάρχει μέσα σας. 

18 Δε θα σας αφήσω ορφανούς· θα ξανάρθω κοντά σας. 

19 Σε λίγο ο κόσμος δεν θα με βλέπει πια, εσείς όμως θα με βλέπετε, γιατί εγώ εξακολουθώ να ζω· το ίδιο κι εσείς θα ζείτε. 

20 Όταν έρθει εκείνη η μέρα, θα το καταλάβετε ότι εγώ είμαι αχώριστος από τον Πατέρα, κι εσείς από μένα, κι εγώ από σας. 

21 Εκείνος που κρατάει τις εντολές μου και τις εκτελεί, αυτός με αγαπάει· κι αυτός που με αγαπάει θ’ αγαπηθεί από τον Πατέρα μου, κι εγώ θα τον αγαπήσω και θα του φανερώσω τον εαυτό μου».

22 «Κύριε», του λέει ο Ιούδας, όχι ο Ισκαριώτης, «γιατί θα φανερώσεις τον εαυτό σου σ’ εμάς κι όχι στον κόσμο;» 

23 «Όποιος με αγαπάει», του αποκρίθηκε ο Ιησούς, «θα τηρήσει το λόγο μου. Κι ο Πατέρας μου θα τον αγαπήσει, και θα έρθουμε σ’ αυτόν και θα κατοικήσουμε μαζί του. 

24 Αυτός που δε με αγαπάει δεν ακολουθεί τα λόγια μου. Τα λόγια όμως που ακούτε δεν προέρχονται από μένα, αλλά από τον Πατέρα που μ’ έστειλε.

25 »Αυτά σας τα δίδαξα όλον αυτό τον καιρό που βρίσκομαι κοντά σας. 

26Αλλά το Πνεύμα το Άγιο, ο Παράκλητος, που θα στείλει ο Πατέρας στο όνομά μου, εκείνος θα σας διδάξει τα πάντα και θα φέρει στη μνήμη σας όλα όσα σας έχω πει εγώ».

1 Προς Τιμόθεον 2

1 Σας παρακαλώ πρώτα απ’ όλα να κάνετε δεήσεις, προσευχές, παρακλήσεις, ευχαριστίες για όλους τους ανθρώπους, 

2 για τους κυβερνήτες και για όλους εκείνους που ασκούν την εξουσία, ώστε να ζούμε ήρεμα και ειρηνικά με ευσέβεια κι ευπρέπεια από κάθε άποψη. 

3 Αυτό είναι καλό κι ευπρόσδεκτο από το σωτήρα μας Θεό, 

4 ο οποίος θέλει να σωθούν όλοι οι άνθρωποι και να γνωρίσουν σε βάθος την αλήθεια. 

5 Γιατί ένας είναι ο Θεός κι ένας ο μεσίτης μεταξύ Θεού και ανθρώπων, ο άνθρωπος Ιησούς Χριστός, 

6 που πρόσφερε τη ζωή του λύτρο για χάρη όλων. Έτσι, στον προσδιορισμένο καιρό, έδωσε ο Θεός τη μαρτυρία του ότι θέλει να σώσει τον κόσμο. 

7 Αυτής της μαρτυρίας με έταξε ο Θεός κήρυκα και απόστολο –την αλήθεια λέω ενώπιον του Χριστού, δεν ψεύδομαι– για να διδάξω την πίστη και την αλήθεια στους εθνικούς.

Προς Κορινθίους Α Κεφ. 2

1 Όταν εγώ ήρθα σ’ εσάς, αδερφοί μου, ήρθα για να σας αναγγείλω το σωτήριο σχέδιο του Θεού, χωρίς καμιά υψηλή ρητορική τέχνη ή ανθρώπινη σοφία. 

2 Γιατί σκοπός μου δεν ήταν να σας κάνω να γνωρίσετε κάτι άλλο, παρά μόνο τον Ιησού Χριστό, και μάλιστα σταυρωμένον. 

3 Έτσι κι εγώ όταν ήρθα κοντά σας ήμουν ανήμπορος, φοβισμένος και κατατρομαγμένος. 

4 Τα λόγια μου και το κήρυγμά μου δε στηρίζονταν σε ανθρώπινη σοφία, που πείθει, αλλά στην πεποίθηση που γεννούν τα χαρίσματα του Πνεύματος και οι θαυματουργικές δυνάμεις. 

5 Ώστε η πίστη σας να βασίζεται όχι σε ανθρώπινη σοφία, αλλά στη δύναμη του Θεού.

6 Μιλάω, βέβαια, κι εγώ για σοφία στους πνευματικά ώριμους· αλλά για τη σοφία όχι αυτού εδώ του αιώνα ούτε των δυνάμεων που κυβερνούν αυτόν εδώ τον κόσμο και που βαδίζουν κιόλας προς την κατάργησή τους. 

7 Εγώ μιλάω για το σοφό σχέδιο του Θεού, που έμεινε μυστικό και κρυμμένο από τους ανθρώπους, το σχέδιο που καθόρισε ο Θεός πριν από τη δημιουργία του κόσμου αποβλέποντας στη δική μας δόξα.

8 Αυτό καμιά από τις δυνάμεις που κυβερνούν αυτόν εδώ τον κόσμο δεν το κατάλαβε· γιατί αν το είχαν καταλάβει, δε θα σταύρωναν το χορηγό της δόξας. 

9 Αλλά, όπως λέει η Γραφή, Μάτι δεν τα είδε κι ούτε τ’ άκουσε αυτί κι ούτε που τα ’βαλε ο λογισμός του ανθρώπου,

όσα ετοίμασε ο Θεός για κείνους που τον αγαπούν.

10 Σ’ εμάς όμως τα φανέρωσε ο Θεός με το Άγιο Πνεύμα. Γιατί το Πνεύμα εξετάζει τα πάντα, ακόμη και τα πιο βαθιά κρυμμένα σχέδια του Θεού. 

11 Αλήθεια, ποιος από τους ανθρώπους ξέρει τα μυστικά τού άλλου, εκτός το πνεύμα του ίδιου του ανθρώπου που βρίσκεται μέσα του; Έτσι και τα μυστικά του Θεού κανένας δεν μπορεί να τα ξέρει εκτός από το Πνεύμα του Θεού. 

12 Κι εμείς δεν λάβαμε το πνεύμα του κόσμου, αλλά το Πνεύμα που στέλνει ο Θεός, για να μπορούμε να μάθουμε αυτά που ο ίδιος ετοίμασε για χάρη μας. 

13 Γι’ αυτά μιλάμε όχι με λόγια που διδάσκει η ανθρώπινη σοφία, αλλά με λόγια που διδάσκει το ίδιο το Πνεύμα, ερμηνεύοντας αυτά τα πνευματικά πράγματα σ’ αυτούς που έχουν το Πνεύμα.  

14 Όποιος όμως δεν έχει το Πνεύμα, δεν παραδέχεται τα δώρα που φανερώνει το Πνεύμα του Θεού, αφού για κείνον όλα αυτά είναι μωρία. Και δεν μπορεί να τα καταλάβει, γιατί αυτά τα πράγματα μόνο με τη βοήθεια του Πνεύματος κατανοούνται. 

15 Αντίθετα, ο άνθρωπος που έχει το Πνεύμα όλα τα καταλαβαίνει· αυτόν όμως κανείς από κείνους που δεν έχουν το Πνεύμα δεν είναι σε θέση να τον καταλάβει.  

16 Όπως λέει και η Γραφή, Τις σκέψεις του Κυρίου ποιος κατάλαβε για να του γίνει σύμβουλος; Εμείς όμως οι πνευματικοί έχουμε το νου και τις σκέψεις του Χριστού.

Κατά Ιωάννη 5

1 Ύστερα απ’ αυτά, οι Ιουδαίοι είχαν μια γιορτή, κι ο Ιησούς ανέβηκε στα Ιεροσόλυμα. 

2 Κοντά στην προβατική πύλη, στα Ιεροσόλυμα, υπάρχει μια δεξαμενή με πέντε στοές, που εβραϊκά ονομάζεται Βηθεσδά. 

3 Σ’ αυτές τις στοές κείτονταν πολλοί άρρωστοι, τυφλοί, κουτσοί, παράλυτοι, που περίμεναν να αναταραχθεί το νερό· 

4 γιατί, από καιρό σε καιρό, ένας άγγελος Κυρίου κατέβαινε στη δεξαμενή κι ανατάραζε τα νερά· όποιος, λοιπόν, έμπαινε πρώτος μετά την αναταραχή του νερού, αυτός γινόταν καλά, όποια κι αν ήταν η αρρώστια που τον ταλαιπωρούσε. 

5 Εκεί ήταν κι ένας άνθρωπος, άρρωστος τριάντα οκτώ ολόκληρα χρόνια. 

6 Όταν τον είδε ο Ιησούς κατάκοιτο, τον ρώτησε: «Θέλεις να γίνεις καλά;» Ήξερε πως ήταν έτσι για πολύν καιρό. 

7 «Κύριε», του αποκρίθηκε ο άρρωστος, «δεν έχω κανέναν να με βάλει στη δεξαμενή μόλις αναταραχτούν τα νερά· έτσι, ενώ εγώ προσπαθώ να πλησιάσω μόνος μου, πάντοτε κάποιος άλλος κατεβαίνει στο νερό πριν από μένα». 

8 Ο Ιησούς του λέει: «Σήκω πάνω, πάρε το κρεβάτι σου και περπάτα». 

9 Κι αμέσως ο άνθρωπος έγινε καλά, σήκωσε το κρεβάτι του και περπατούσε.

Η μέρα που έγινε αυτό ήταν Σάββατο. 

10 Έλεγαν, λοιπόν, οι Ιουδαίοι άρχοντες στο θεραπευμένο: «Είναι Σάββατο, και δεν επιτρέπεται να σηκώνεις το κρεβάτι σου». 

11 Αυτός όμως τους απάντησε: «Εκείνος που μ’ έκανε καλά, εκείνος μου είπε “πάρε το κρεβάτι σου και περπάτα”». 

12 Τον ρώτησαν: «Ποιος είναι ο άνθρωπος που σου είπε “πάρε το και περπάτα;”

Προς Κορινθίους Α Κεφ. 3

1 Κι εγώ, αδερφοί, δεν μπόρεσα να σας μιλήσω σαν σε ανθρώπους που έχουν το Πνεύμα του Θεού· αλλά σας μίλησα σαν σε ανθρώπους που εμπιστεύονται στη δική τους σοφία και είναι νήπια στην πίστη του Χριστού. 

2 Σας έθρεψα με γάλα, όχι με στέρεη τροφή, γιατί δεν μπορούσατε ακόμα να τη δεχτείτε. Αλλά ούτε και τώρα ακόμα το μπορείτε, 

3 γιατί εξακολουθείτε να ζείτε σαν άνθρωποι αυτού εδώ του κόσμου. Αφού υπάρχουν μεταξύ σας ζηλοτυπίες, φιλονικίες και διχόνοιες, αυτό δε δείχνει ότι είστε άνθρωποι αυτού του κόσμου και ότι συμπεριφέρεστε όπως οι άλλοι άνθρωποι; 

4 Όταν ο ένας λέει: «Εγώ είμαι του Παύλου» κι ο άλλος: «Εγώ είμαι του Απολλώ» δεν είστε κι εσείς σαν τους άλλους ανθρώπους;

Οι απόστολοι και το έργο τους μέσα στην κοινότητα

5 Επιτέλους, ποιος είναι ο Παύλος; Και ποιος είναι ο Απολλώς; Είναι απλώς υπηρέτες του Θεού που σας οδήγησαν στην πίστη. Καθένας από μας κάνει το έργο που του ανέθεσε ο Κύριος. 

6 Εγώ φύτεψα, ο Απολλώς πότισε, αυτός όμως που φέρνει την αύξηση είναι ο Θεός. 

7 Ώστε ούτε αυτός που φυτεύει είναι κάτι, ούτε αυτός που ποτίζει, αλλά εκείνος που φέρνει την αύξηση, ο Θεός. 

8 Στο ίδιο επίπεδο είναι και αυτός που φυτεύει και αυτός που ποτίζει· αλλά ο καθένας θα πάρει το δικό του μισθό, ανάλογα με τον κόπο του. 

9 Γιατί εμείς είμαστε συνεργάτες στην υπηρεσία του Θεού κι εσείς το χωράφι του Θεού, το οικοδόμημα του Θεού.

10 Σύμφωνα με το ειδικό χάρισμα που μου έδωσε ο Θεός, ως έμπειρος αρχιμάστορας, έβαλα εγώ το θεμέλιο. Άλλος τώρα χτίζει πάνω σ’ αυτό. Ο καθένας όμως ας προσέχει πώς χτίζει. 11 Γιατί κανένας δεν μπορεί να βάλει άλλο θεμέλιο εκτός από αυτό που υπάρχει και που είναι ο Ιησούς Χριστός. 

12 Τώρα, αν κάποιοι χτίζουν πάνω σ’ αυτό το θεμέλιο με χρυσάφι ή ασήμι ή πολύτιμα πετράδια, με ξυλεία, χορτάρι ή άχυρο, 

13 η δουλειά του καθενός θα φανεί· θα τη φέρει στο φως η ημέρα της κρίσεως. Γιατί η ημέρα αυτή θα φανερωθεί με τρόπο πύρινο, και η ποιότητα του έργου καθενός θα δοκιμαστεί από τη φωτιά. 

14 Αν το έργο που έχτισε κάποιος αντέξει, αυτός θα λάβει μισθό· 

15 αν όμως το έργο του καταστραφεί από τη φωτιά, αυτός θα χάσει την αμοιβή του· ο ίδιος όμως θα σωθεί, όπως ένας που περνάει μέσα από τις φλόγες. 

16 Δεν ξέρετε πως είστε ναός του Θεού κι ότι το Πνεύμα του κατοικεί ανάμεσά σας; 

17 Αν κάποιος, λοιπόν, με τις διαιρέσεις καταστρέφει το ναό του Θεού, αυτόν θα τον αφανίσει ο Θεός. Γιατί ο ναός του Θεού είναι άγιος, κι ο ναός αυτός είστε εσείς.

18 Κανένας, λοιπόν, ας μην ξεγελάει τον εαυτό του. Όποιος από σας νομίζει πως είναι σοφός με τα μέτρα αυτού εδώ του αιώνα, ας γίνει μωρός, για να γίνει έτσι πραγματικά σοφός. 

19 Επειδή ό,τι ο κόσμος αυτός θεωρεί σοφία, είναι μωρία στα μάτια του Θεού. Το λέει κι η Γραφή: Ο Θεός πιάνει τους σοφούς στην πανουργία τους την ίδια. 

20 Και αλλού πάλι λέει: Ξέρει ο Κύριος πως οι σκέψεις των σοφών τίποτα δεν αξίζουν. 

21 Γι’ αυτό κανείς να μην καυχιέται ότι ανήκει σε ανθρώπους. Όλα είναι δικά σας: 

22 και ο Παύλος και ο Απολλώς και ο Πέτρος· σ’ εσάς ανήκει όλος ο κόσμος, και η ζωή και ο θάνατος, και το παρόν και το μέλλον. Όλα σ’ εσάς ανήκουν· 

23 εσείς όμως ανήκετε στο Χριστό, και ο Χριστός στο Θεό.

Προς Κορινθίους Β Κεφ. 6

1 Συνεργάτες του Θεού καθώς είμαστε, σας παρακαλούμε να μην αφήσετε να πάει χαμένη η χάρη του Θεού που δεχτήκατε, 

2 γιατί η Γραφή λέει: Στον καιρό της χάρης σε άκουσα, και την ημέρα της σωτηρίας σε βοήθησα. Να, τώρα είναι ο καιρός της χάρης, τώρα είναι η ημέρα της σωτηρίας. 

3 Κανένα πρόσκομμα δε φέρνουμε σε κανένα, για να μη δυσφημηθεί το έργο μας. 

4 Αντίθετα, με κάθε τρόπο συσταίνουμε τον εαυτό μας ως υπηρέτες του Θεού: με τη μεγάλη υπομονή μας, με τις θλίψεις, με τις δυσχέρειες, τις στενοχώριες, 

5 τις κακοποιήσεις, τις φυλακίσεις, τις εναντίον μας εξεγέρσεις, τις ταλαιπωρίες, τις αγρύπνιες, την πείνα. 
6 Συσταίνουμε τον εαυτό μας με την εντιμότητα, τη γνώση της αλήθειας, την ανεκτικότητα, την καλοσύνη, τη φώτιση του Αγίου Πνεύματος, την ανυπόκριτη αγάπη, 

7 με το κήρυγμα για την αλήθεια, με τη δύναμη του Θεού, με τα όπλα της σωτηρίας τα επιθετικά και τα αμυντικά. 

8 Δοκιμάζουμε δόξα και ατίμωση, δυσφήμηση και έπαινο. Μας θεωρούν λαοπλάνους, και όμως λέμε την αλήθεια· 

9 μας αγνοούν και όμως γινόμαστε γνωστοί· φτάνουμε στο θάνατο, και να που ζούμε· μας βασανίζουν, αλλά δεν πεθαίνουμε· 

10 μας προξενούν στενοχώριες κι όμως πάντοτε χαιρόμαστε· είμαστε φτωχοί, κάνουμε όμως πολλούς να πλουτίσουν· τίποτα δεν έχουμε και τα πάντα κατέχουμε.

11 Σας μιλήσαμε με ειλικρίνεια, Κορίνθιοι. Σας ανοίξαμε διάπλατα την καρδιά μας. 

12 Δε σας κλείσαμε την καρδιά μας· εσείς κλείσατε τη δική σας. 13Σας μιλάω σαν παιδιά μου. Κάντε κι εσείς το ίδιο μ’ εμάς. Ανοίξτε κι εσείς διάπλατα τις καρδιές σας.

Προς Εφεσίους Κεφ. 3

1 Γι’ αυτό προσεύχομαι στο Θεό κι εγώ, ο Παύλος, ο φυλακισμένος του Ιησού Χριστού, για σας τους εθνικούς. 

2 Θα έχετε ακούσει βέβαια, για τη χάρη που μου έδωσε ο Θεός σύμφωνα με το σχέδιό του να κηρύξω σ’ εσάς 

3 το λυτρωτικό του μήνυμα, που μου το φανέρωσε με αποκάλυψη. Σας έγραψα ήδη πιο πάνω λίγα λόγια, 

4 που διαβάζοντάς τα μπορείτε να καταλάβετε πόσο βαθιά έχω γνωρίσει το μυστήριο του Χριστού. 

5 Αυτό το μυστήριο δεν το είχε φανερώσει ο Θεός προηγουμένως στους ανθρώπους· το αποκάλυψε τώρα με το Άγιο Πνεύμα του στους άγιους αποστόλους και προφήτες του. 

6 Το μυστήριο αυτό είναι ότι με το έργο του Ιησού Χριστού και οι εθνικοί λαμβάνουν μέρος στην κληρονομία μαζί με τους Ιουδαίους, αποτελούν μέλη του ίδιου σώματος του Χριστού και μετέχουν στις υποσχέσεις του Θεού. 

7 Αυτό το ευαγγέλιο διακονώ κι εγώ με τη χάρη που μου δώρισε ο Θεός, δείχνοντας έτσι τη μεγάλη του δύναμη.

8 Σ’ εμένα, τον πιο ασήμαντο απ’ όλους τους χριστιανούς, έδωσε ο Θεός αυτή τη χάρη, να κηρύξω στους εθνικούς τον ανεξερεύνητο πλούτο του Χριστού 

9 και να κάνω σ’ όλους φανερό πώς πραγματοποιείται αυτό το μυστήριο που ήταν κρυμμένο απαρχής στο Θεό, ο οποίος δημιούργησε τα πάντα δια του Ιησού Χριστού. 

10 Έτσι τώρα, με την ύπαρξη της εκκλησίας, φανερώνεται στις αρχές και στις εξουσίες που βρίσκονται στα επουράνια, η πολύπλευρη σοφία του Θεού, 

11 σύμφωνα με το προαιώνιο σχέδιό του, που πραγματοποιήθηκε με τον Ιησού Χριστό, τον Κύριό μας. 

12 Επειδή πιστεύουμε στο Χριστό, μπορούμε με απόλυτη εμπιστοσύνη να πλησιάζουμε το Θεό και να απευθυνόμαστε σ’ αυτόν. 

13 Σας παρακαλώ, λοιπόν, να μην αποθαρρύνεστε για τις θλίψεις που υποφέρω για χάρη σας· να είστε περήφανοι γι’ αυτές.

14 Γι’ αυτό γονατίζω μπροστά στον Πατέρα του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, 

15 που δίνει ζωή και ύπαρξη σ’ όλα τα όντα, ουράνια και επίγεια. 

16 Παρακαλώ το Θεό να ενισχύει πλουσιοπάροχα και δυναμικά με το Πνεύμα του τον εσωτερικό σας άνθρωπο, 

17 να κατοικήσει ο Χριστός στις καρδιές σας με την πίστη, 

18 και να είστε ριζωμένοι και θεμελιωμένοι στην αγάπη. Έτσι, θα μπορέσετε μαζί με ολόκληρο το λαό του Θεού να συλλάβετε ποιο είναι το πλάτος και το μήκος, το βάθος και το ύψος του μυστηρίου της σωτηρίας, 

19 και να γνωρίσετε την αγάπη του Χριστού, που ξεπερνάει κάθε ανθρώπινη γνώση. Έτσι θα γεμίσει η ζωή σας με την πλούσια χάρη του Θεού.

20 Ο Θεός έχει τη δύναμη να κάνει απείρως περισσότερα απ’ όσα ζητάμε ή σκεφτόμαστε, καθώς η δύναμή του ενεργεί σ’ εμάς. 

21 Ας είναι δοξασμένος παντοτινά μέσα στην εκκλησία και δια του Ιησού Χριστού. Αμήν.


Κυριακή 28 Αυγούστου 2022

Κεφάλαιο 3 Οι συγγραφείς και η Ροδοσταυρική κοσμοθεωρία

 


Κεφάλαιο 3 Οι συγγραφείς και η Ροδοσταυρική κοσμοθεωρία

Από το βιβλίο Reformation, Revolution, Renovation - The Roots and Reception of the Rosicrucian Call for General Reform του Lyke de Vries

Τα μανιφέστα των Ροδόσταυρων διατύπωναν ότι ο κύριος στόχος των αδελφών ήταν η μεταρρύθμιση της θρησκείας, της πολιτικής και της γνώσης (scientia) ή της φιλοσοφίας. Θρησκευτικά, πολιτικά και φιλοσοφικά, περιέγραφαν έναν κόσμο που βρισκόταν σε δεινή κατάσταση παρακμής και τον οποίο ήλπιζαν να αναβιώσουν, να αποκαταστήσουν και να ανανεώσουν σε πλήρη λάμψη και δόξα. Στα προηγούμενα κεφάλαια, οι φιλοδοξίες αυτές εντοπίστηκαν σε ετερόδοξες θρησκευτικές και φιλοσοφικές πηγές και αποδείχθηκε ότι ήταν αντίθετες προς τις ομολογιακές ερμηνείες της ιστορίας και την καθιερωμένη εκπαίδευση. Όμως η μελέτη αυτών των ιδεών σε σχέση με τους φερόμενους ως συντάκτες των μανιφέστων παρέμεινε ένα ζητούμενο. Έχοντας καθορίσει το περιεχόμενο των Ροδοσταυρικών μανιφέστων και τα κινήματα, τις παραδόσεις και τα γραπτά από τα οποία μπορεί να αντλούσαν οι συγγραφείς τους, είναι πλέον σκόπιμο να στραφούμε στην προέλευση των ίδιων αυτών των κειμένων.

Τα μανιφέστα των Ροδόσταυρων δημοσιεύτηκαν το 1614, το 1615 και το 1616, αντίστοιχα. Τόσο το Fama όσο και το Confessio εκδόθηκαν ανώνυμα από τον Wilhelm Wessel στο αυλικό τυπογραφείο του Γερμανού Landgrave Moritz von Hesse-Kassel (1572-1632) στο Κάσελ. Η γλώσσα της πρώτης δημοσιευμένης έκδοσης του Fama ήταν η Γερμανική, ενώ επισυνάφθηκε σε αυτήν η Απάντηση του φιλοσόφου Adam Haslmayr στην αξιέπαινη αδελφότητα των Θεοσοφιστών του Rosencreutz, η οποία θα συζητηθεί στο επόμενο κεφάλαιο. Προσηρτημένη στο Fama ήταν μια Γερμανική μετάφραση του κεφαλαίου 77 του σατιρικού έργου News from Parnassus (Βενετία, 1612) του Traiano Boccalini (1556-1613), το οποίο έφερε τον τίτλο General and Universal Reformation of the Entire World.1 Σε αυτό το σατιρικό κείμενο, σοφοί συζητούν για τα δεινά της εποχής και την ανάγκη για μια παγκόσμια μεταρρύθμιση. Προτείνουν λύσεις τόσο παράλογες όσο και αδύνατες, μεταξύ των οποίων το σχέδιο για την κατάργηση όλων των οικονομικών συναλλαγών και η πρόταση να τοποθετηθούν παράθυρα στις ανθρώπινες καρδιές ώστε να μπορεί να διαπιστωθεί αμέσως ο χαρακτήρας του κάθε ατόμου.2 Καθώς καμία από τις λύσεις δεν είναι πρακτικά υλοποιήσιμη, οι σοφοί λόγιοι αποφασίζουν αντ' αυτού να εφαρμόσουν μόνο επιφανειακές αλλαγές, όπως ο καθορισμός σταθερών τιμών για τα φρούτα.3

Κατά τη διάρκεια του επόμενου έτους, το 1615, το Confessio δημοσιεύθηκε αρκετές φορές στα Λατινικά και στα Γερμανικά. Η πρώτη Λατινική έκδοση εκδόθηκε στο Κάσελ μαζί με μια Γερμανική έκδοση του Confessio και μια επανέκδοση του Fama. Μέσα σε λίγους μήνες, ακολούθησε μια δεύτερη Λατινική έκδοση της Confessio από τον ίδιο εκδότη, η οποία προτάσσονταν από ένα κείμενο γραμμένο από τον ψευδώνυμο Philippus a Gabella, με τίτλο Σύντομη εξέταση της μυστικής φιλοσοφίας. Το τελευταίο κείμενο βασίζεται σε μεγάλο βαθμό στο Monas Hieroglyphica του John Dee, αλλά μοιάζει επίσης με τον Σμαραγδένιο Πίνακα που αποδίδεται στον Ερμή Τρισμέγιστο όσον αφορά την αναλογία μικρόκοσμου-μακρόκοσμου και τις αλχημικές αναφορές που περιείχε.4

Παρά τις κάποιες ομοιότητες μεταξύ των δύο αυτών μανιφέστων και των κειμένων με τα οποία τυπώθηκαν, είναι πιθανό ότι ούτε τα μεταρρυθμιστικά σχέδια του κειμένου του Boccalini ούτε το αλχημικό περιεχόμενο της Σύντομης Σκέψης είχαν ωθήσει τους συγγραφείς του Fama και του Confessio να επισυνάψουν τα κείμενά τους στα έργα αυτά, για τον απλούστατο λόγο ότι ενδεχομένως δεν συμμετείχαν καθόλου στη διαδικασία δημοσίευσης και ίσως ακόμη και να φοβόντουσαν τη δημοσίευση των μανιφέστων.5 Εξάλλου, το περιεχόμενο των μανιφέστων είχε ήδη αποδειχθεί επικίνδυνο εδώ και αρκετά χρόνια, τουλάχιστον από τότε που η ατυχής μοίρα του Haslmayr τον έφερε στις γαλέρες το 1612.6 Το γεγονός ότι το Fama τυπώθηκε με ένα τμήμα από τα Νέα από τον Παρνασσό ήταν πιθανότατα το άμεσο αποτέλεσμα της εμπλοκής του Landgrave Moritz von Hesse στη διαδικασία έκδοσης, καθώς το Fama θα μπορούσε πιθανότατα να τυπωθεί μόνο με τη ρητή άδεια του Moritz.7

Το τελευταίο από τα Ροδοσταυρικά κείμενα που εμφανίστηκε σε έντυπη μορφή ήταν ο Γερμανικός Χημικός Γάμος, που εκδόθηκε στο Στρασβούργο από τον Λάζαρο Ζέτζνερ το 1616, όπου εκδόθηκε και το Χημικό Θέατρο. Αυτό το αλληγορικό παραμύθι δημοσιεύτηκε ως ξεχωριστό κείμενο, δεν επισυνάφθηκε σε άλλα κείμενα και είναι το μοναδικό Ροδοσταυρικό έργο με δηλωμένη συγγραφή. Ο Γερμανός συγγραφέας και θεολόγος Johann Valentin Andreae (1586-1654) ομολόγησε ότι έγραψε τον Χημικό Γάμο στην αυτοβιογραφία του με τίτλο Vita, ένα απομνημόνευμα που γράφτηκε το 1642 αλλά παρέμεινε αδημοσίευτο μέχρι που εμφανίστηκε σε Γερμανική μετάφραση το 1799. Αφού αναγνώρισε απρόθυμα τη συγγραφή του, ο Andreae απέρριψε αμέσως τον Χημικό Γάμο ως "ludibrium", ένα απλό θεατρικό έργο.8 Ισχυρίστηκε ότι το έγραψε το 1605, όταν ήταν περίπου 19 ετών. Καθώς όμως πολλά γραπτά που χρονολογούνται στο ίδιο έτος γράφτηκαν στην πραγματικότητα αργότερα, είναι πολύ πιθανό ότι και ο Χημικός Γάμος γράφτηκε σε μεταγενέστερο στάδιο.9 Σε κάθε περίπτωση, το κείμενο είχε γραφτεί από το 1607, διότι το έτος αυτό ο Karl Widemann (1555-1637), ο Παρακελσιανός γιατρός, συλλέκτης ετερόδοξων κειμένων και φίλος του Adam Haslmayr, έγραψε τα εξής για έναν φίλο και προσωρινό συγκάτοικο του Andreae: "M. Winter. Τυπογράφος στο Lauingen. Έχει τον Αλχημιστικό Γάμο [...]"10 -από την παρατήρηση αυτή μπορεί να συναχθεί το συμπέρασμα ότι το διήγημα προϋπήρχε εκείνη την εποχή.

Η προέλευση των δύο πρώτων Ροδοσταυρικών συγγραμμάτων έχει πολύ μεγαλύτερη σημασία στο πλαίσιο του θέματος της γενικής μεταρρύθμισης, αλλά έχει αποδειχθεί πολύ πιο δύσκολο να προσδιοριστεί. Γραμμένα κάτω από την κάλυψη της ανωνυμίας, από τη δημοσίευση των μανιφέστων οι μελετητές προβληματίζονται για ζητήματα που σχετίζονται με την προέλευση και τον σκοπό τους. Έχει αποδειχθεί ιδιαίτερα δύσκολο να προσδιοριστεί επακριβώς πότε, πού και κυρίως από ποιον γράφτηκαν αυτά τα Ροδοσταυρικά κείμενα. Οι απαντήσεις σε αυτά τα ερωτήματα όχι μόνο θα βοηθούσαν στην κατανόηση της προέλευσης των ίδιων των μανιφέστων, αλλά μπορούν επίσης να ρίξουν φως σε ερωτήματα που σχετίζονται με τα κίνητρα των συγγραφέων τους.

Στη διαθέσιμη ιστοριογραφία σχετικά με τα μανιφέστα, έχει δοθεί μεγάλη προσοχή στο ζήτημα της συγγραφής, και οι έρευνες σχετικά με τα συμφραζόμενα έχουν πρόσφατα παράσχει ορισμένες ενδείξεις για την προέλευση των ίδιων των μανιφέστων.11 Επιπλέον, οι μελετητές έχουν συγκρίνει το περιεχόμενο των Ροδοσταυρικών μανιφέστων με τα γνωστά έργα πιθανών συγγραφέων, ώστε είτε να επιβεβαιώσουν είτε να αρνηθούν τη συμμετοχή τους. Με τον τρόπο αυτό ήλπιζαν να εξηγήσουν όχι μόνο την προέλευση των μανιφέστων, αλλά και την προέλευση και το νόημα των ιδεών που μεταδίδονται σε αυτά, εντοπίζοντάς τα στους εν λόγω συγγραφείς. Το μειονέκτημα αυτής της τελευταίας προσέγγισης είναι ότι το περιεχόμενο των Ροδοσταυρικών κειμένων δεν αναλύθηκε από την αφετηρία των ίδιων των μανιφέστων, αλλά μέσα από τον φακό της συγγραφής12 , μέθοδος που συνέβαλε επίσης στην παραπλανητική ερμηνεία των μανιφέστων ως Λουθηρανικών κειμένων13.

Δεν είναι πρόθεση εδώ να ερμηνεύσουμε εκ νέου το περιεχόμενο των μανιφέστων σε σχέση με τους υποτιθέμενους συντάκτες τους. Έχοντας ήδη διασαφηνίσει στα προηγούμενα κεφάλαια το νόημα και τη σημασία του κεντρικότερου θέματος των μανιφέστων -της γενικής μεταρρύθμισης-, στο παρόν κεφάλαιο θα διερευνήσουμε τον ρόλο που το θέμα αυτό, ιδίως οι αποκαλυπτικές του προεκτάσεις, καθώς και η μεταρρύθμιση της θρησκείας, της πολιτικής και της επιστήμης, έπαιξε στα άλλα γραπτά των συγγραφέων τους. Σε ποιο βαθμό η γενική μεταρρύθμιση και τα συναφή θέματα ενσωματώθηκαν ή ίσως ήταν κεντρικά στα έργα και τις κοσμοθεωρίες τους; Η απάντηση σε αυτό το ερώτημα θα παράσχει κρίσιμες πληροφορίες για το θέμα της γενικής μεταρρύθμισης, τις πιθανές προθέσεις που μπορεί να είχαν οι συγγραφείς κατά τη συγγραφή αυτών των μανιφέστων και μπορεί επίσης να βοηθήσει στην περαιτέρω διαλεύκανση του ζητήματος της συγγραφής.

3.1 Συγγραφή υπό Εξέταση

Πριν συγκρίνουμε τα μανιφέστα με τις ιδέες των υποτιθέμενων συγγραφέων τους, όπως αυτές διατυπώθηκαν αλλού, είναι σκόπιμο να ρίξουμε πρώτα φως στο ζήτημα της συγγραφής. Ο συγγραφέας του Χημικού Γάμου, ο Andreae, γεννήθηκε σε μια καταξιωμένη οικογένεια από το Tübingen ως γιος του Johannes Andreae (1554-1601), ενός Λουθηρανού θεολόγου που ενδιαφερόταν για τα αλχημικά παρασκευάσματα, και ως εγγονός του Jakob Andreae (1528-1590), ενός διάσημου Λουθηρανού θεολόγου που συμμετείχε στη συγγραφή της Φόρμουλας της Συμφωνίας.14 Το Tübingen, πράγματι, ήταν ένα φυτώριο του ορθόδοξου Λουθηρανισμού.15 Ο Johann Valentin Andreae δεν μπόρεσε να ξεφύγει ούτε από τη γεωγραφικά κυρίαρχη θρησκεία ούτε από την επιρροή της γενεαλογίας του, έτσι ώστε να σπουδάσει και αυτός για να γίνει θεολόγος, ενώ παράλληλα διδάχτηκε στις μαθηματικές επιστήμες από τον μέντορα του Johannes Kepler, Michael Mästlin (1550-1631).16 Μετά τις σπουδές του, ο Andreae έγινε διάκονος στο Vaihingen και πάστορας στο Calw. Από νεαρή ηλικία έγραφε ποιήματα και κωμωδίες, τις οποίες σύντομα ακολούθησαν ουτοπικές ιστορίες.17 Τα θρησκευτικά του κίνητρα είναι εμφανή από την ογκώδη βιβλιογραφία του, στην οποία έδινε πάντοτε έμφαση στις Χριστιανικές αξίες, στην ευαγγελική πίστη και στη σημασία μιας Χριστιανικής κοινωνίας και επιστήμης.

Ο Andreae συνδέθηκε με αρκετούς άλλους μελετητές του Tübingen, οι οποίοι μαζί σχημάτισαν τον λεγόμενο "Tübinger Kreis", τον Κύκλο του Tübingen, και ο οποίος ήταν πάντα κεντρικός σε κάθε συζήτηση για τη συγγραφή της Ροδοσταυρικής συγγραφής. Ο Andreae αναφερόταν σε αυτή την ομάδα φίλων ως κοινωνία, αλλά υπάρχουν ελάχιστες ενδείξεις ότι επρόκειτο για κάτι περισσότερο από στενούς και ομοϊδεάτες φίλους ή ότι είχαν οργανωθεί με οποιονδήποτε επίσημο τρόπο. Μεταξύ των μελών της ήταν ο Abraham Hölzl (άγνωστες ημερομηνίες), ο οποίος ήταν στενός φίλος του Andreae από το 1608 και μετά, καθώς και οι Tobias Adami (1581-1643) και Wilhelm von Wense (1586-1641), οι οποίοι γνώριζαν τον Campanella και γνώρισαν τον Andreae όχι νωρίτερα από το 1612.18 Όπως θα γίνει σύντομα σαφές, οι τρεις αυτοί άνδρες έγιναν φίλοι με τον Andreae μόνο μετά τη σύνθεση των μανιφέστων.19 Κεντρικό ρόλο στην ομάδα, και οι λόγιοι με τους οποίους ο Andreae συνδέεται συχνότερα ως συν-συγγραφείς των μανιφέστων, είχαν ο δικηγόρος και Παρακελσιανός γιατρός Tobias Hess (1568-1614) και ο δικηγόρος Christoph Besold (1577-1638).

Ο Hess γνωρίστηκε με τον Andreae πριν από το 1601.20 Πολύ λίγα είναι γνωστά για τη ζωή και το επάγγελμά του και, εκτός από μερικές επιστολές, δεν έχουν διασωθεί έργα από το χέρι του. Μόνο από αυτές τις επιστολές και από το βιβλίο του Andreae Vita and the Immortality of Tobias Hess (1614), τη νεκρολογία που έγραψε ο Andreae γι' αυτόν, μαθαίνουμε για τη ζωή του Hess και τις θρησκευτικές, ιατρικές και φιλοσοφικές του πεποιθήσεις.21 Παρόλο που εγγράφηκε και αποφοίτησε από τη Νομική, ο Hess εργάστηκε ως Παρακελσιανός γιατρός. Συνεργάστηκε με τον πατέρα του Andreae στην αλχημεία και θεράπευσε, μεταξύ άλλων, την αδελφή του Andreae από τραυματισμό στο γόνατο. Σε αρκετά από τα γραπτά του, ο Andreae υπερασπίστηκε τον Hess απέναντι σε επικρίσεις που είχαν εκφραστεί εναντίον του τελευταίου, και μάλιστα ως αποτέλεσμα ερευνών σχετικά με τις θρησκευτικές απόψεις του Hess και την πρακτική του ως Παρακελσιανού γιατρού.22 Ο κατά σχεδόν είκοσι χρόνια μεγαλύτερός του Hess εκτιμήθηκε από τον Andreae ως πατρική φιγούρα, αλλά ακόμη περισσότερο ως δάσκαλος και φίλος του και ως ευσεβής Χριστιανός.23

Ο Hess είχε στην κατοχή του ελάχιστα έργα, τα περισσότερα από τα οποία περιήλθαν μετά το θάνατό του στην κατοχή του Christoph Besold, ενός πολύ μορφωμένου ανθρώπου που κατείχε μια βιβλιοθήκη που περιείχε πάνω από 4.000 συγγράμματα.24 Ο Besold γνώριζε καλά τον Andreae, αλλά και τον φιλόσοφο Daniel Mögling, τον οποίο θα συναντήσουμε στο επόμενο κεφάλαιο, καθώς και τον αστρονόμο Johannes Kepler από το Tübingen, τη μητέρα του οποίου υπερασπίστηκε επιτυχώς ο Besold κατά τη διάρκεια μιας δίκης μαγισσών.25 Τα ενδιαφέροντα του Besold ήταν ποικίλα, από την ιστορία μέχρι τη γεωγραφία και από τη θεολογία μέχρι τις ανατολικές γλώσσες. Μετέφρασε έργα του Tommaso Campanella και δημοσίευσε κείμενα του Γερμανού μυστικιστή Johannes Tauler (1300-1361), του Ιταλού Δομινικανού μοναχού Girolamo Savonarola (1452-1498) και του Λουθηρανού θεολόγου και πρωτο-πιετιστή Johann Arndt (1555-1621).26 Ο Besold βοήθησε τον Andreae στη μελέτη των γλωσσών, και ο Andreae έκανε ευρεία χρήση της βιβλιοθήκης του.27 Απευθυνόμενος στον Besold, ο Andreae έγραψε: "Σε πολλούς ανθρώπους οφείλω πολύ λίγα, σε λίγους πολλά, σε σένα [οφείλω] τα πάντα".28 Η μεταστροφή του Besold από τον Λουθηρανισμό στον Καθολικισμό το 1630, ωστόσο, είχε ως αποτέλεσμα μια διαρκώς αυξανόμενη διαφωνία μεταξύ των δύο λογίων.29

Μόλις οι διακηρύξεις εμφανίστηκαν στον τύπο, ο βιβλιοθηκάριος και φιλόλογος Caspar Bucher (1554-1617) περιέγραψε τον Andreae ως τον δημιουργό των Ροδοσταυρικών συγγραμμάτων. Ο ισχυρισμός του Bucher διατυπώθηκε στο έργο του Antimenippus (1617), το οποίο αποτελούσε ευθεία επίθεση κατά του Menippus του Andreae του ίδιου έτους.30 Δύο χρόνια αργότερα, ένας δεύτερος μελετητής, ο Friedrich Grick, εξέφρασε τις υποψίες του για την ανάμειξη του Andreae,31 όπως και ο Melchior Breler (1589-1627), ο γιατρός του δούκα August II του Brunswick-Lüneburg (1579-1666), το 1621. Στο έργο του Μυστήριο του ψευδοευαγγελικού κακού, ο Breler υποστήριξε ότι το Φάμα είχε γραφτεί από τρεις συγγραφείς. Αν και δεν ανέφερε τα ονόματα των συγγραφέων, το Μυστήριο του Breler αποτελούνταν κυρίως από μια συζήτηση για τη Θήκη του Ξίφους του Πνεύματος (Theca gladii spiritus, 1616), η οποία αποδόθηκε τότε στον Hess, για τα Αξιώματα του Besold (1616), τα οποία δημοσιεύθηκαν μαζί με τη Θήκη, και για ανώνυμα έργα του Andreae.32 Τέλος, το 1700 ο Λουθηρανός θεολόγος και ιστορικός Gottfried Arnold (1666-1714) κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ο Andreae ήταν ο συγγραφέας των Ροδοσταυρικών μανιφέστων.33

Παρά τους υπαινιγμούς αυτούς, αρκετοί μελετητές στην πρόσφατη βιβλιογραφία αρνούνται ότι ο Andreae είχε οποιαδήποτε ανάμειξη στα μανιφέστα. Βάσει μιας φιλολογικής σύγκρισης, ιδίως του Χημικού Γάμου με το Fama και το Confessio, ο Richard Kienast απέρριψε τόσο τον Andreae όσο και τον Hess ως πιθανούς συγγραφείς των δύο τελευταίων συγγραμμάτων και κατέληξε στο συμπέρασμα ότι τα κείμενα γράφτηκαν μόνο από τον Besold.34 Ο John Warwick Montgomery, με τη σειρά του, απέρριψε τη συμμετοχή και των τριών μελετητών, ιδίως του Andreae και του Besold, για λόγους που σχετίζονται τόσο με το περιεχόμενο όσο και με την ομολογία. Υποστήριξε ότι η θρησκευτική πεποίθηση του Andreae, όπως εκφράζεται σε πολλά από τα γραπτά του, ήταν σε αντίθεση με το περιεχόμενο των μανιφέστων και τόνισε επανειλημμένα τη ρητή απόσταση του Andreae από την ιστορία των Ροδόσταυρων. Σύμφωνα με τον Montgomery, τα Παρακελσιανά, αποκαλυπτικά και εσωτεριστικά στοιχεία των μανιφέστων δεν μοιάζουν ούτε με τον Χημικό Γάμο ούτε με τα άλλα γραπτά του Andreae.35 Δεν παρέχει ωστόσο μια οριστική εναλλακτική λύση στο ζήτημα της συγγραφής, αλλά υποδηλώνει ότι μπορεί να εμπλέκονται συγγραφείς όπως ο Julius Sperber, ο Simon Studion και ο Aegidius Gutman.36 Ομοίως, η Frances Yates δεν αποδίδει οριστικά τα μανιφέστα σε κάποιον συγκεκριμένο συγγραφέα, αλλά θεωρεί πιθανό υποψήφιο τον Γερμανό γιατρό, μαθηματικό και φυσικό φιλόσοφο Joachim Jungius (1587-1657), φίλο του Andreae που ζούσε στο τυπογραφικό κέντρο του Αμβούργου.37

Ο αποκλεισμός του Andreae ως πιθανού συγγραφέα συνάδει με τις δικές του δηλώσεις σχετικά με την ιστορία των Ροδόσταυρων. Το Δεύτερο, συμβουλευτικό μέρος της Πρόσκλησης στην Αδελφότητα του Χριστού (1618) αρχίζει με μια αναφορά στην αναταραχή που προκαλεί μια συγκεκριμένη κοινωνία, δηλαδή η κοινωνία των Ροδόσταυρων38. Αυτή η αδελφότητα, εξηγούσε ο Αντρέα, ήταν απλώς ανησυχητική, ενώ "εμείς παρουσιάζουμε μια πιο σίγουρη και πιο προφανή".39 Το έργο του Πύργος της Βαβέλ ή το χάος των κρίσεων για την αδελφότητα του Ροδόσταυρου, που δημοσιεύτηκε τον επόμενο χρόνο (1619), περιείχε περαιτέρω ρητές απορρίψεις της Ροδοσταυρικής αδελφότητας και κυρίως της φρενίτιδας που φαινόταν να εξαπολύει στο πέρασμά της.40 Παρά την προφανή περιφρόνησή του προς αυτήν, ο Andreae υποστήριξε διφορούμενα ότι αντί για τη Ροδοσταυρική αδελφότητα επιθυμούσε μια κοινωνία που "κάτω από τον σταυρό μυρίζει σαν τριαντάφυλλα".41 Την ίδια χρονιά έγραψε και πάλι απορριπτικά για τη Ροδοσταυρική αδελφότητα, τα μανιφέστα και το κίνημα που είχαν δημιουργήσει, στο πιο διάσημο ίσως έργο του: την Περιγραφή της Δημοκρατίας της Χριστιανούπολης (1619), ή εν συντομία Χριστιανούπολης. Στο κείμενο αυτό εξηγούσε ότι "έχουν δημοσιευθεί εντυπωσιακά στοιχεία για μια ορισμένη αδελφότητα", η οποία "κατά τη γνώμη μου είναι ένα αστείο".42 Πρόσθετε ότι "[θ]α ήταν περιττό να πω τι αναταραχή μεταξύ των ανθρώπων ακολούθησε τη Φάμα αυτού του θέματος, τι διαμάχη μυαλών, τι αναστάτωση και χειρονομία απατεώνων και απατεώνων".43 Πολλοί πράγματι, συνέχιζε το κείμενο, εξαπατήθηκαν από τη Φάμα.44 Και στο αυτοβιογραφικό του έργο, τέλος, στο οποίο είχε ήδη χαρακτηρίσει τον Χημικό Γάμο ως "αστείο", ο Ανδρέας δήλωσε ότι "πάντα γελούσε με τον Ροδοσταυρικό μύθο, και είχε τιμωρήσει τα αδελφάκια για την περιέργειά τους".45 Όποιον λόγο κι αν είχε, ο Ανδρέας αρνήθηκε σε κάθε περίπτωση τη συμμετοχή του στην παραγωγή αυτών των κειμένων.

Ωστόσο, υπάρχουν αρκετοί λόγοι να αμφισβητηθεί η αλήθεια των δηλώσεων του Αντρέα, με τις οποίες σκόπευε να απομακρυνθεί από την ιστορία των Ροδόσταυρων και αντ' αυτού να προτείνει ότι ο ίδιος ήταν ο συγγραφέας των μανιφέστων, ίσως σε συνεργασία με τον φίλο του Τομπάιας Χες.46 Το γεγονός ότι ο Besold είχε γράψει το 1624 στο αντίγραφό του του Fama, "autorem suspicor J.V.A.", δηλαδή ότι υποπτευόταν ότι ο Johann Valentin Andreae ήταν ο συγγραφέας του Fama, υποδηλώνει ότι ο ίδιος ο Besold δεν ήταν εμπλεκόμενος.47 Η αποστασιοποίηση του Besold από τα μανιφέστα αφήνει πιο εμφανείς τους Hess και Andreae ως πιθανούς συγγραφείς.

Ένας προφανής λόγος για να αποδοθεί η συγγραφή του Fama and Confessio στον Andreae είναι το γεγονός ότι το οικογενειακό του οικόσημο απεικονίζει ένα τριαντάφυλλο και έναν σταυρό, από το οποίο φαίνεται να προέρχεται το όνομα του ήρωα του Fama and Confessio, "Christian Rosencreutz".48 Το γεγονός ότι ο Rosencreutz ήταν ο πρωταγωνιστής και του Χημικού Γάμου του Andreae κάνει τη συγγραφή των άλλων δύο Ροδοσταυρικών κειμένων από τον Andreae ακόμη πιο αληθοφανή. Υπάρχουν επίσης ομοιότητες μεταξύ του Fama και Confessio και άλλων έργων του Andreae. Τόσο στις Ροδοσταυρικές διακηρύξεις όσο και στα πρώιμα έργα του, όπως η πρώτη και η δεύτερη Πρόσκληση, ο Μένιππος, η Εικόνα μιας Χριστιανικής Κοινωνίας και η Χριστιανούπολη, ο Andreae περιγράφει μοντέλα Χριστιανικών κοινωνιών, ένα επαναλαμβανόμενο θέμα στα γραπτά του, αλλά προφανώς όχι ένα θέμα που αναπτύχθηκε στα έργα του Hess ή του Besold.49 Οι περιγραφές στο Fama των μελετών που διεξήχθησαν στο Damcar, στο οποίο ταξίδεψε ο Christian Rosencreutz κατά τη διάρκεια της παραμονής του στην Ανατολή, παρουσιάζουν περαιτέρω ομοιότητες με τη φανταστική Χριστιανούπολη του Andreae.50

Πιο πειστικές αποδείξεις για την εμπλοκή του Andreae ως συγγραφέα του Fama και Confessio υπάρχουν σε σχέση με το Sheath of the Sword of the Spirit (1616), ένα κείμενο που εκδόθηκε με το όνομα του Hess. Είναι πλέον αποδεδειγμένο ότι ο Andreae ήταν ο συγγραφέας της Θήκης, καθώς ο ίδιος ισχυρίστηκε τη συγγραφή της είκοσι έξι χρόνια αργότερα στο Vita του.51 Το κείμενο της Θήκης αποτελείται από 800 αφορισμούς, συμπεριλαμβανομένων προτάσεων για τη θρησκευτική και μυστικιστική μεταρρύθμιση, και εκδόθηκε, όπως και ο Χημικός Γάμος, από τον Zetzner στο Στρασβούργο το 1616. Ο πρόλογος υποδηλώνει ότι η Θήκη περιλαμβάνει προτάσεις που προέρχονται από το έργο του Χες,52 αλλά στην πραγματικότητα οι περισσότερες προτάσεις μπορούν να εντοπιστούν τόσο σε δημοσιευμένα όσο και σε αδημοσίευτα κείμενα του Ανδρέα.53 Δυστυχώς, λόγω της απώλειας ορισμένων έργων του λόγω πολλαπλών πυρκαγιών και της περιστασιακής λεηλασίας της κάποτε εκτεταμένης βιβλιοθήκης του, είναι αδύνατο να προσδιοριστεί η προέλευση όλων των προτάσεων που εισήχθησαν στη Θήκη.54 Μεταξύ εκείνων που μπορούν ωστόσο να εντοπιστούν ήταν πράγματι είκοσι οκτώ προτάσεις55 από το Confessio, οι οποίες αντιγράφηκαν σχεδόν κατά λέξη στο Sheath (το οποίο δημοσιεύθηκε τον επόμενο χρόνο), γεγονός που καθιστά ακόμη πιο πιθανό ότι ο Andreae ήταν ο συγγραφέας του Confessio.56 Ο Andreae φαίνεται επομένως ο πιθανότερος υποψήφιος για τη συγγραφή όχι μόνο του Confessio, αλλά και, και κατ' επέκταση, του στενά συνδεδεμένου Fama.

Ο στενός φίλος και δάσκαλος του Andreae Tobias Hess, ο φερόμενος ως συγγραφέας του Sheath κατά την εποχή της έκδοσής του, φαίνεται επίσης να συμμετείχε στη σύνθεση των μανιφέστων. Το όνομά του εμφανίζεται συχνά στις συζητήσεις των ιστορικών σχετικά με την προέλευση των χειρογράφων του Ροδόσταυρου. Πράγματι, τα περισσότερα αντίγραφα του Φάμα πριν από το 1614 μπορούν να αναχθούν σε ένα αντίγραφο που ανήκε κάποτε στον Hess57. Αυτό επιβεβαιώνεται σε μια επιστολή του August von Anhalt, με ημερομηνία 21 Ιουλίου 1612, στην οποία ζητούσε από τον Widemann να ανακτήσει γι' αυτόν ένα αντίγραφο του Confessio από τον Hess, "επειδή αυτός [ο Hess] φαίνεται να είχε το Fama στην κατοχή του".58 Και όταν ο Widemann αναφερόταν σε έναν τυπογράφο στο Lauingen, για τον οποίο πίστευε ότι είχε στην κατοχή του ένα αντίγραφο του Χημικού Γάμου, πρόσθεσε ότι αυτός ο τυπογράφος "γνώριζε τον Dr Hess στο Tübingen".59 Ο Hess ήταν επίσης εξοικειωμένος με τη θεματολογία των μανιφέστων. Ενδιαφερόταν για την αστρολογία, είχε μελετήσει αλχημιστικά γραπτά, ασκούσε την Παρακελσιανή ιατρική και είχε προβάλει προφητικούς ισχυρισμούς για μια μελλοντική εποχή.60 Δεν αποτελεί επομένως έκπληξη το γεγονός ότι, κατά την αναζήτηση της προέλευσης των μανιφέστων, τα ονόματα του Andreae και του Hess επανεμφανίζονται συνεχώς, έτσι ώστε να παραμένουν οι πιο πιθανοί υποψήφιοι για τη συγγραφή των μανιφέστων, και πιθανώς συν-συγγραφείς του Fama και του Confessio.

Όχι μόνο οι συγγραφείς, αλλά και τα έτη σύνθεσης των Ροδοσταυρικών μανιφέστων μπορούν τώρα να προσδιοριστούν με κάποια βεβαιότητα. Το 1604 αντιμετωπίζεται ως ένα σημαντικό έτος στα μανιφέστα, καθώς είναι το έτος κατά το οποίο λέγεται ότι άνοιξε το θησαυροφυλάκιο του Christian Rosencreutz και ότι ένας νέος ουράνιος οιωνός εμφανίστηκε στον Serpentarius,61 γεγονός που αναφέρεται στο Fama. Ο πρώτος ερωτώμενος στο Φάμα, ο Adam Haslmayr, ανέφερε στην απάντησή του ότι είχε διαβάσει το Φάμα το 1610. Επομένως, το κείμενο πρέπει να συντάχθηκε κάποια στιγμή μεταξύ 1604 και 1610.62 Είναι πιθανό ότι το Fama γράφτηκε μετά το 1607, διότι εκείνο το έτος, όπως κατέθεσε ο Andreae, ο ίδιος και ο Hess είχαν αρχίσει να συνεργάζονται στενότερα.63 Το Confessio γράφτηκε πιθανώς την ίδια περίοδο, μεταξύ 1607 και 1610, πράγμα που υποδηλώνεται επίσης από το γεγονός ότι το ένα μανιφέστο αναφέρεται στο άλλο.

Η χρονολόγηση αυτών των δύο κειμένων είναι ένας ακόμη λόγος για να αποκλειστεί ο Besold ως πιθανός συγγραφέας, καθώς η φιλία του με τον Andreae έγινε στενή μόλις από το 1610 και μετά, δηλαδή όταν το Fama ήταν ήδη σε κυκλοφορία.64 Εάν αυτή η χρονολόγηση είναι σωστή, η πρόταση του Montgomery ότι ο Andreae έγραψε τον Χημικό Γάμο για να εκχριστιανίσει την ιστορία των Ροδόσταυρων καθίσταται αβάσιμη. Ο Γάμος, άλλωστε, γράφτηκε το αργότερο το 1607, δηλαδή πριν από το Fama και το Confessio, και σίγουρα πριν από την κυκλοφορία, τη δημοσίευση των μανιφέστων και τον σάλο που ακολούθησε.65

Συνεχίζεται .......

Κυριακή 1 Αυγούστου 2021

Το Δέντρο της Πανσοφίας



 Το Δέντρο της Πανσοφίας

Ένας βαθύς και απρόσκοπτος προβληματισμός σχετικά με τα νοήματα που εμπεριέχονται στα πρώτα κείμενα των Ροδοσταύρων βοηθάει στην κατανόηση των πραγματικών στόχων του Τάγματος. Ως εκ τούτου, σε συνέχεια της προηγούμενης ανάρτησης με τον γρίφο, προσφέρουμε μερικές διευκρινίσεις.

Ο άρχοντας που δίνει στον συγγραφέα το νέο του όνομα είναι ο Θεός (λατ. Deus), και ο Mögling αναφέρεται στη Φύση (Natura) ως σύζυγό του. Ωστόσο, στο άλλο έργο του, Ο καθρέφτης της σοφίας των Ροδοσταύρων, την ορίζει κάπως διαφορετικά, ως "τον κανόνα και οδηγό για κάθε τέχνη, την υπηρέτρια του Θεού και ερωμένη όλων των ανθρώπινων εφευρέσεων, τη μητέρα όλων των ζώων, των φυτών και των ορυκτών, τη λαμπρή λάμψη της Θείας Φλόγας".

Η μελέτη του "Βιβλίου της Φύσης" - η κατανόηση των νόμων της και της σοφίας που αντανακλάται σε αυτούς - είναι αυτή που φέρνει τον άνθρωπο πιο κοντά στα πνευματικά μυστήρια. Οι φιλόσοφοι έχουν "εξορίσει τη Φύση από τη γη τους", δηλαδή έχουν εντρυφήσει στη νεκρή γνώση, στον σχολαστικισμό, σε όλα αυτά που οι Ροδόσταυροι αποκαλούν "ακαδημαϊκή θάλασσα". Αυτή η "θάλασσα" περιγράφεται από τον J.W. Andrée στο "Christianopolis": "...Επιβιβάστηκα στο πλοίο "Fantasia", έφυγα από το λιμάνι μαζί με πολλούς άλλους και υπέβαλα τη ζωή μου στους χιλιάδες κινδύνους της αναζήτησης της γνώσης. Σύντομα ξέσπασαν σφοδρές θύελλες φθόνου και συκοφαντίας. Το πλοίο ανατράπηκε και βυθίστηκε".

Η θλιβερή κατάσταση της ακαδημαϊκής ψευδο-σοφίας περιγράφεται επίσης στο Ο Καθρέπτης της Σοφίας των Ροδοσταύρων: "Πηγαίνετε στα πανεπιστήμια, στις ακαδημίες, στα γυμναστήρια, οπουδήποτε, και δεν θα βρείτε τίποτε άλλο παρά άχρηστες και μάταιες διαμάχες, κανέναν να μην έχει ανάγκη από ερωτήσεις για το νόημα του τάδε ή του δείνα κειμένου του Αριστοτέλη, του Πλάτωνα ή οποιουδήποτε άλλου φιλοσόφου, πολλές συζητήσεις για αμφίβολα πράγματα, από τις οποίες βγαίνετε χωρίς να ξέρετε τίποτε περισσότερο από πριν, και σπάνια θα βρείτε ένα ερώτημα πραγματικά και αληθινά ξεκαθαρισμένο στον πυρήνα του".

Επίσης, στο πρώτο μανιφέστο των Ροδοσταύρων, Fama Fraternitatis, μπορεί κανείς να διαβάσει: "Η διαφωνία κυριαρχεί μεταξύ των επιστημόνων, η υπερηφάνεια και η ματαιοδοξία τους εμποδίζουν να γνωρίσουν την Αλήθεια, η οποία, με τη χάρη του Θεού, μας αποκαλύπτεται τόσο γενναιόδωρα στην εποχή μας στο Βιβλίο της Φύσης".΄

Γίνεται σαφές ότι η ανάγνωση του Βιβλίου της Φύσης σημαίνει να απελευθερώσει κανείς το μυαλό του από το δογματισμό και να το ανοίξει στη Θεία Αλήθεια που ενσαρκώνεται στον κόσμο. Οι Rosencreutzers μίλησαν για τη μεταρρύθμιση των επιστημών σε αυτή τη βάση - κάλεσαν τους ανθρώπους να αναζητήσουν τη Ζωντανή Γνώση, να πνευματοποιήσουν την άθλια ακαδημαϊκή κοινότητα, να αποκτήσουν τους θησαυρούς της αληθινής πανσοφίας. Αυτό το Ροδοσταυρικό κάλεσμα επηρέασε έντονα την πνευματική ελίτ του 17ου αιώνα και παρέμεινε ισχυρό για μεγάλο χρονικό διάστημα. Ενάμιση αιώνα αργότερα, ο Γάλλος μυστικιστής Louis Claude de Saint-Martin έγραψε ότι ο επίδοξος Θεός πρέπει να μάθει να διαβάζει δύο βιβλία, το βιβλίο της Φύσης και το βιβλίο του Ανθρώπου, και στα γραπτά του φιλοσόφου J.J. Rousseau υπάρχουν γραμμές: "Έτσι έκλεισα όλα τα βιβλία. Υπάρχει ένα, ανοιχτό σε όλα τα μάτια, το οποίο είναι το Βιβλίο της Φύσης. Από αυτό το μεγάλο και μεγαλειώδες βιβλίο μαθαίνω να υπηρετώ και να λατρεύω τον θεϊκό του συγγραφέα".

Τα ονόματα των θυγατέρων της Φύσης που μας λέει ο Mögling στον γρίφο είναι τα ονόματα των τεσσάρων στοιχείων (elements).

Ignis - Φωτιά, η κόρη του Athanor.

Aer - Αέρας, η κόρη με τα αγγελικά φτερά.

Aqua - Νερό, η κόρη που μεταφέρει το δοχείο με τον Φιλοσοφικό Ερμή. (Ο υδράργυρος έχει πολλή υγρασία, οπότε εξατμίζεται στη φωτιά, όπως το νερό).

Terra - Γη, σκορπίζοντας στάχτες στο κεφάλι της.

Η εικόνα που δώσαμε ως στοιχείο ("Το Δέντρο της Πανσοφίας") είναι από ένα άλλο βιβλίο ("Ο Καθρέφτης της Σοφίας των Ροδοσταύρων"), οπότε η σειρά των στοιχείων δεν είναι η ίδια με τη σειρά που βρίσκουμε στην "Πανδώρα". Περιέργως, όταν απαριθμεί τα στοιχεία στον Καθρέφτη, ο Mögling προσθέτει σε παρένθεση: "όσον αφορά το ειδικό θέμα του ουρανού και των άστρων, δεν θα πούμε σε κανέναν γι' αυτό".

Γιατί ακριβώς η κόρη με τον Athanor δίνει στο γράμμα της το όνομα του συγγραφέα; Ο Athanor είναι ο αλχημικός κλίβανος, η καρδιά της αλχημείας. Ο Mögling δείχνει ότι η αρχή της φωτιάς είναι η πιο σημαντική στη διαδικασία του εσωτερικού μετασχηματισμού. Δεν πρόκειται για τη φυσική φωτιά, αλλά για την πνευματική αρχή, στη ροδοσταυρική φιλοσοφία, η φωτιά είναι σύμβολο εξαγνισμού, μιας πνευματοποιητικής επαφής με το ανώτερο Φως, μεταμόρφωσης και αναγέννησης, όπως η αναγέννηση του Φοίνικα μέσα σε μια φλεγόμενη φλόγα. Δεν είναι λοιπόν περίεργο που η Μπλαβάτσκυ αναφέρθηκε στους Ροδόσταυρους ως φιλοσόφους της φωτιάς.

Για να κατανοήσουμε τη σημασία της συλλαβής στο τέλος του ονόματος, θα πρέπει να θυμηθούμε ότι, σύμφωνα με την καμπαλιστική σοφία, τα γράμματα, οι ήχοι και οι συνδυασμοί τους έχουν τεράστια δύναμη. Η συλλαβή אל ("el") σημαίνει "Θεός", γι' αυτό και ο Mögling λέει ότι ξεπερνά τον ουρανό και τη γη στη δύναμή του. Οι ετυμολογικές ρίζες του αγγλικού the All και του γερμανικού das All (σύμπαν, σύμπαν) ανάγονται στο ίδιο. Η συλλαβή αυτή περιλαμβάνεται στα ονόματα των αρχαγγέλων (Αναήλ, "το έλεος του Θεού", Γαβριήλ, "η δύναμη του Θεού", κ.λπ.). Το όνομα που κωδικοποιείται στο αίνιγμα είναι Δανιήλ, που σημαίνει "ο Θεός είναι ο κριτής".

Τώρα ας μιλήσουμε λίγο περισσότερο για το σχήμα του Δέντρου της Πανσοφίας, τη συμβολική αναπαράσταση του Mögling των θεμελίων της κοσμολογίας του Rosencreutz.

Η προέλευση όλων των πραγμάτων είναι ο αιώνιος Θεός, ο Ιεχωβά. Το όνομά του יהוה αναγράφεται σε μια σφαίρα με φτερά. Κάτω στο διάγραμμα βλέπουμε τη Φύση με τις τέσσερις "κόρες" της, τα στοιχεία που, αναμειγνύονται μεταξύ τους και δημιουργούν τον Ήλιο. Γύρω από τη σφαίρα του Ήλιου υπάρχουν τρία βασίλεια: το φυτικό, το ορυκτό και το κατώτερο, αυτό στο οποίο βρίσκεται ο άνθρωπος ως αποτέλεσμα της πτώσης και της απομάκρυνσής του από τον Θεό.

"Αυτός που Τον υπάκουσε πριν από την πτώση", λέει ο καθρέφτης της σοφίας των Ροδοσταύρων, "δεν χρειάστηκε ποτέ να ανησυχεί για τη σοφία, όπως ακριβώς ο Αδάμ δεν είχε καμία έλλειψη και ήταν απαλλαγμένος από αμφιβολίες". Η πτώση, ωστόσο, κατέρριψε το προηγούμενο μεγαλείο του ανθρώπου και "από εκείνα τα λαμπερά φώτα έμειναν μερικές μικρές σπίθες".

Από τότε, ο άνθρωπος βρίσκεται στον έσχατο πάτο, μακριά από τον Θεό, αλλά παραδόξως βρίσκεται στη βάση του συστήματος, σαν να στηρίζεται πάνω του ολόκληρο το σύμπαν. Είναι θεμελιωδώς σημαντικό να κατανοήσουμε τον ίδιο τον άνθρωπο, ο οποίος, όπως γράφει ο Mögling, αποτελείται από δύο μέρη: "ένα ορατό, παροδικό σώμα και μια αόρατη, άφθαρτη ψυχή". Γνωρίζοντας τον εαυτό μας όχι μόνο ως ένα φυσικό σώμα, αλλά ως έναν μικρό κόσμο (παρόμοιο με ολόκληρο το σύμπαν), γνωρίζουμε επίσης τον Θεό. Το "Tibi" γράφεται δίπλα στον μικρόκοσμο, που σημαίνει "σε σένα". Όλος ο κόσμος προσφέρεται στον άνθρωπο ως ένα μεγάλο σχολείο σοφίας και ως μια ευκαιρία για αυτογνωσία, δηλαδή για να γνωρίσει τον Θεό μέσα του.

Παρά την τραγωδία που συνέβη, ο άνθρωπος και ολόκληρος ο γήινος κόσμος εξακολουθούν να συνδέονται με τον Θεό. Όπως βλέπετε, το σχήμα δείχνει ότι όλα τα όντα προέρχονται από μία Πηγή και παραμένουν σε αρμονική σύνδεση του μικρόκοσμου με τον μακρόκοσμο: omnia ab uno (όλα από το Ένα), omnia ad uno (όλα προς το Ένα), veritas simplex (απλή αλήθεια). Αν κοιτάξετε προσεκτικά αυτό το σχήμα και το σκεφτείτε, θα δείτε ότι ο άνθρωπος είναι εκείνος μέσω του οποίου όλη η Δημιουργία πρέπει να επιστρέψει στην Πηγή της.

Σκεφτείτε, αγαπητοί φίλοι, τα λόγια του Daniel Mögling: αν καταλάβετε όλα αυτά, καταλαβαίνετε περισσότερα από ό,τι αν είχατε όλα τα έργα των φιλοσόφων (χωρίς εξαίρεση) στα χέρια σας.

"Ανοίξτε, ανοίξτε τα αυτιά σας,

Όποιος έχει αυτιά να ακούσει, ας ακούσει!

Όποιος έχει μάτια να δει, ας δει!

Όποιος έχει τη γλώσσα να μιλήσει, ας μιλήσει!

Και θα διακηρύξει την παντοδυναμία του Υψίστου".

("Ο καθρέφτης της σοφίας των Ροδοσταύρων").


Μετάφραση G.J.P από το κείμενο του S.F.


Παρασκευή 1 Ιουνίου 2018

Geheime Figuren der Rosenkreuzer (Secret Symbols Of The Rosicrucian's) and the 40 illuminated engravings


Geheime Figuren der Rosenkreuzer (Secret Symbols Of The Rosicrucian's)  
a list of the 40  illuminated  engravings

The Geheime Figuren der Rosenkreuzer consist  of 40  illuminated  engravings,   together  with accompanying text;  the engravings  themselves  are placed  in the following order:

Fig.  1.  The title engraving,  a secret figure  with the signatures of the Rosicrucians.

Fig.  2.  The  holy  trinity,  represented  magically,  kabbalistically and theosophically

Fig.  3.  A figure  with  the  title  Mysterium  Magnum,   studium universale,  in the middle a philosophical sphere,  in the centre of which the portrait of the Savior in an oval figure with the Signo Mundi in his hand, borne by two angels. On the right, a double golden eagle with the sun,  at its side a radiating  signate star, representing  the red tincture.  On the left a double  silver  eagle with the moon,  at its side the white tincture.  Below  the golden Order  Cross  of the  Rosicrucians,  surrounded   by  the  virtues Faith,  Hope,  Love and Patience,  all of these linked by a ribbon, to be worn on the breast as a symbol of the Order,  with a great deal of description  added.

Fig.  4. A secret figure of the beginning and the qualities of the 4 elements.

Fig.  5. A kabbalistic  and philosophical figure of the miraculous number 3.

Fig.  6.  A philosophical and theosophical figure  of the miraculous number 4.

Fig. 7. The theological light, or a fivefold representation of God and man. 

Fig. 8. Threefold figure of the three worlds, three suns and three times 7 planets in the world. 

Fig. 9. A kabbalistic, theosophical and philosophical figure, the divine and natural light, in the guise of a double candelabra, with many descriptions added. 

Fig. 10. A threefold figure, the uncreated eternity, and uncreated primum mobile, and the created finite primum mobile, also representing the elemental world. 

Fig. 11. Figura cabalistica, of the miraculous number 1. 2. 3. 4. and the philosophical colors, as also the secret fire. 

Fig. 12. Figura cabalistica, representing the true ground of the miraculous numbers 1. 2. 3. 4. 

Fig. 13. A similar one de septenarii Mysteriis. 

Fig. 14. Presents the secret cross rose of the Rosicrucians as the best exegesis of Holy Writ. 

Fig. 15/ 16. Figura cabalistica, representing the theoretical and practical parts of all secrets locked in the number 7, and in the figure of a round mirror. 

Fig. 17. Represents, by means of a mysterious cross with signate stars, eternity, as it becomes nature and time, with much description added. 

Fig. 18. The book with the seven seals; Apocal. 

Fig. 19. The book with the seven seals opened, together with the explanation of the number 666. 

Fig. 20. Figura Theosoph-Cabal-Mag-Philosoph-et Chymica, representing the philosophical and chemical work in pictures and in colors; in the figure of a cup, to imbibe wisdom from it. 

Fig. 21. The Sophia or the heavenly and earthly Eve, the mother of all creatures. Beneath the figure a secret seal, with 25 figures showing the entire philosophical work with all colors and secret words used by the philosophers, surrounded by the words: Videamini Collegium ad spiritum sanctum, and at the sides: sub vmbra alarum tuarum P. F. Consummatum est; below we read: O Harpocreates diesmal und nicht mehr. 

Fig. 22. Scala philosophorurn cabalistica, rnagica, atque arbor naturae de quinarii numeri quaternarie, Quinarii, Septenarii, or the catena aurea

Fig. 23. Fourfold mirror of the ground of nature. 

Fig. 24. A secret figure of the divine and natural being in the guise of a breastplate, together with the trifolio philosphorum. 

Fig. 25. A philosophical, theosophical and chemical figure, of the 3 principles and 3 realms, animal vegetable and mineral. 

Fig. 26. Figurative form showing how in this world there is a threefold world in one, namely how in this earthly sun world, the heavenly and the infernal world also have their influences. 

Fig. 27. The principles of light and darkness, represented by the 7 planets. 

Fig. 28. The Principia of God in the outer world. 

Fig. 29. Representation of the human heart, of the old and the new creature. 

Fig. 30. 9 figures of the divine being. 

Fig. 31. The philosophical heaven, or table of the lower astronomy, essential for every philosopher. 

Fig. 32. The tree of the knowledge of good and evil, with its roots springing from three worlds, or studium universale. 

Fig. 33. Poculus pansophicus. 

Fig. 34. Mensa coniunctionis et transmutationis metallorum, together with an image 12. figur. coelest. figura, hominis, 7. planetas continens. 

Fig. 35. Homo microcosmus, together with 4 other figures. 

Fig. 36. The multiplication of tincture under the image of the new Jerusalem.

Fig. 37. Theosophical-philosophical and chemical figures of the Rosicrucians, of the 4 elements, together with 3 principles, furthermore the holy fire, burning heart, sphaerae sapientiae, and the Cross. 

Fig. 38. Tabula vniversalis Theosophiae mystica et cabalistica Christianismi catholici; a very profound figure. 

Fig. 39. 12 tables, representing the 12 apostles based on the 12 gems in Apocalyps. 21. 

Fig. 40. A brief discourse on philosophy and the highest being, representing the great Arcanum.

Bibl.: Missiv 1783



Τρίτη 3 Απριλίου 2018

Alchemy, Prophecy, and the Rosicrucians: Raphael Eglinus and Mystical Currents of the Early Seventeenth Century by BT Moran - ‎1994


Alchemy, Prophecy, and the Rosicrucians: 
Raphael Eglinus and Mystical Currents of the Early Seventeenth Century by BT Moran - ‎1994

Alchemy and Chemistry in the 16th and 17th Centuries 
Edited Piyo Rattansi - Antonio Clericuzio

Even among historians of alchemy Raphael Eglinus (1559-1622) is a relatively obscure figure. For years he has stood on the periphery of discussions concerned with Renaissance occult traditions. When mentioned at all it has usually been in the context of a certain type of prophetic literature or as a casual acquaintance of Giordano Bruno. And yet, in the light of what scarcely known printed and archival sources actually reveal about him, Eglinus has to be considered one of the most important intellectual links supporting a Swiss-Italian and German connection within the mystical and alchemical history of the late sixteenth and early seventeenth centuries. In his writings, almost sixty published works, Eglinus combined New Testament studies with readings in prophetic mysticism, alchemy and Paracelsian natural philosophy. He examined the relation between the macro-and microcosmos, wrote of the returning Elias Artista, discussed magical symbols, edited a text of Giordano Bruno, composed Rosicrucian essays, and made prophecies based on marks appearing on the back of a herring caught off the coast of Norway.! 

That orthodox Lutheran schoolmaster and chemist, Andreas Libavius (1540-1616), despised most of these things: but when it came to patching together his own defence of alchemy, even he found it useful to include part of an alchemical treatise written by Eglinus, albeit one composed under a pseudonym.2 That Eglinus wrote under several names has been known for a long time. Members of his family had leased a manorial estate near Thurgau, which was called Monehhof Locals referred to the Monehe, or monks, in the region as lkonii, literally idols, and Eglinus included the name Iconius, that is, ex gente lconiorum, with his own. At times he referred to himself also as Percaeus. The origin of this name seems to derive from perea, the latinized form of a fish sometimes also called egli on ZUrich Lake. 

Then there are the more poetic creations like Heliophilus and Philochemicus, and a favourite anagram, Nicolaus Niger Hapelius. Until recently, what little anyone knew about Eglinus stemmed in large measure from an essay published in 1905 by a Swiss pastor. The account, based on a collection of religious manuscripts (Simler Manuscript collection) and including reference to a short autobiography as well as to a biography written in an unknown hand, treats Eglinus as a learned and honest theologian who, after rising to become professor of New Testament and Deacon of the Cathedral in Zurich, became sidetracked by alchemical interests. To pay debts incurred partially from involvement in a joint mining venture, partly as the result of "a delivery of chemical goods," and especially after standing surety for loans made to a friend, Eglinus turned to alchemy. 

There was also a suspicion of evangelical aspostacy, since one of Eglinus's alchemical correspondents was discovered to be the son of a Catholic scholar with whom Eglinus had earlier agreed to debate, but without the consent of Zurich church officials. Further, the holder of the note for which Eglinus now found himself liable was none other than the Cardinal Andrea, the Bishop of Constance, who was eager to have Eglinus revoke an earlier writing against the papacy. In the end, Eglinus repented his wrongs, denied that he had prepared a secret conversion and renounced his alchemical involvement. Even so, the Zurich fathers decided that he must give up his cathedral post. 

For the good of the Zurich citizenry, he was also asked to leave the city, although not without the support of the city council in looking for a new position. He landed, thereafter, at the court of the German Prince, Moritz of Hessen (1572-1632), who appointed him to the faculty of theology at his University in Marburg. The University was not entirely foreign terrain. It had also been home to Eglinus's father, Tobias, who had studied there in 1556. According to the same Swiss account, Moritz promised his appointee a humiliating death if ever Eglinus became involved with alchemical foolishness again. The picture, then, is of a promising theologian ruined by alchemical enthusiasm who renounces his errors, is justly punished, but who is then redeemed by a strict although understanding secular father and Calvinist prince. 

The account minimizes any further involvement in the occult arts or influence within occult-alchemical traditions. The fact that Moritz of Hessen was himself one of the most active patrons of alchemy and occult philos ophy in the early seventeenth century never enters the discussion. Although important for bringing interesting sources about Eglinus to light, the tale is, at bottom, a cautionary one, but one in which some of those same sources ought to have been read with much more circumspection. Just what was Eglinus's relation to alchemy before his separation from Zurich? How deeply involved with the subject had he actually become? Whom did he know, and, most important, what did he bring along with him to Marburg and Kassel when he left his Swiss cathedral post? 

Finding answers to these questions requires digging quite far down into remaining archival documents and doing some so-called "deep sourcing." There are, surprisingly, traces of Egliniana scattered throughout many parts of Europe. However, for our purposes, collections in Zurich, Basel, Marburg and Kassel have the most to offer. From records collected during the Zurich proceedings against him, it is clear that Eglinus was not so much involved in transmutation as in the practical business of making a metal cement for the purpose of producing gold alloys.7 

Those same documents, however, also include a summary of his theoretical beliefs about the philosophers' stone. 6 What the ZUrich fathers found here was a combination of Geber and Paracelsus and a description of an alchemical process in which gold was to be broken apart by a supernatural, all-comprehending heavenly fire and returned to its first beginnings.8 From Eglinus's point of view, none of this conflicted with theology. "I have never been involved with ungodly, contrary-to-nature arts," he wrote in 1605, "but rather with what many highly learned people have inquired into the have described in God's creation.,,9 

In the end, it was not so much alchemy itself as the need to address popular suspicions that a public figure might have resorted to alchemical deception in making good on debts that led to Eglinus's removal. 10 For his part, Eglinus had made no secret about his alchemical interests. Already in 1600 he had composed what he called "a little chemical book" which, along with a catalogue of a medical-chemical library, he sent to his friend in Basel, Jacob Zwinger (1569-1610).11 In correspondence with Zwinger over the next several years Eglinus described not only his own alchemical philosophy but also the alchemical company that he had begun to keep. 

Most influential had been Alexander von Suchten's Secretus Antimoni (1570), and, indeed, Eglinus confided to Zwinger that he now felt that the true metallic essence was to be found in antimony. He believed the opinions of the physi­cian and poet Joannes Baptista Montanus (1498-1551) to be less important. On the other hand, another poet, Marcellus Palingenius (fl. 1528), had described and explicated the entire art when writing of the heavenly sign Capricorn in his work Zodiacus Vitae. Also to be recommended at this point was the alchemical collection of Petrus Bonus: Margarita Pretiosa. These were, of course, all published texts. 

But Eglinus wrote also of alchemical information that had come to him privately. He had, Eglinus wrote to Zwinger in 1603, been fully instructed by the Scot (Scotus Comes), (i.e. Alexander Sidonius or Seton) in the commutation of the mercury of saturn into silver by means of the extract of the spirit of the moon (i.e. silver).13 He had also come to know Angelo Sala (c. 1575-1637), who is able to make a universal medicine from a fixed body and the universal spirit of the world, and this not by a metamorphosis of metals. 12 14 At least in the case of Sala, it is clear that Eglinus meant to refer to a personal contact, and he notes that Sala would have communicated to him not only the theory but also the practice of all he knew had not "abundant ill-fortune then crashed down upon me.,,15 

Most precious, however, were two autographs of Basil Valentine, whom Eglinus described as his patron and first friend in the alchemical art. One of the autographs was a process for extracting the sulphur of gold by means of the vitriol of copper and iron. Making this vitriol received the most practical attention in Eglinus's letters to Zwinger, but also important was the description of a second Basilian recipe concerned with the making of potable gold. In discussing each, Eglinus included ample reference to the works of Paracelsus and sought to use Paracelsus as a means of confirming his own alchemical opinions. 16 Later, after becoming firmly established at Marburg, Eglinus summarized the teachings of Basil in a little book called Cheiragogia Heliana.17 

There his attention is given over to Basil's "stone of fire," a tincture prepared out of the mercury of antimony and the vitriol of copper and iron. To open metals, however, Eglinus recommended a preparation made from common salt, a more exact description of which he had earlier included in correspondence with Zwinger. From Paracelsus and Basilian texts Eglinus also adopted a view of cos mology that intimately linked man (the microcosm) with the universe at large (the macrocosm). Theirs, however, was not the only influence. In 1580, the then theology student, Raphael Eglinus, had just arrived in Geneva to study with the well-known reformed theologian Theodor Beza (1519-1605). 

Shortly thereafter Beza complained of a certain Italian, a medical doctor and adept of Basel named Augustinus who "took such possession of Eglinus, as if he were the most learned of all mortals although he was really a man of paradoxes, that he was allowed even into Eglinus's own quarters.,,18 The two absconded together to Basel, Eglinus returning only when admonished to do so by his teacher. The reason for the sudden departure is not known, although the chances are that it may have been in some way inspired by rumours surrounding the residence in Geneva a year earlier of the Italian hermetic philosopher, Giordano Bruno (c. 1548-1600). 

It is impossible at this point to identify the seductive personality who momentarily distracted Eglinus from his theological studies. Nevertheless, we do know something about other acquaintances who played a significant role in influencing the course of his thinking. Some time around 1588 Eglinus came into contact with Johann Heinrich Hainzel, a patrician of Augsburg, with whom Eglinus enjoyed a long personal friendship and who may have been at least partially respon­ sible for arousing in Eglinus a further interest in things Brunoian.19 
Both finally met Bruno in Zurich in 1591. In the same year Bruno dedicated his treatise De Imaginum, ldearum, et signorum compositione to Hainzel and left with Eglinus a manuscript on scholastic metaphysics originally called "de Entis Descensu" which Eglinus thereafter edited and published in 1595 as the Summa Terminorum Metaphysicorum Jordani Bruni Nolani.20

Alchemy and Prophecy

The point is, Eglinus did not come to Germany as a contrite ex-alchemist, but as a theologian, speculative philosopher, and alchemical adept prepared to offer products of each kind. Two religious tracts published in 1606, the year of his arrival in Marburg, made his theological convictions clear.21 At the same time, he produced a little book of theological aphorisms concerning prophetic mysteries 22 and published a prophetic-alchemical treatise, the Disquisitio de Helia Artium, which incorporated eschatological beliefs con­ cerning the return of Elias Artista into an alchemical context and defended alchemy as based in scripture. 23 There were by then several versions of the returning Elias with messianic and cabbalistic associations from which Eglinus could choose in constructing his own prophecies. 24 

The idea that the return of Elias would usher in a coming age of enlightenment in which all the secrets of nature would be revealed had appeared already in the texts of at least two of Eglinus's favourite authors, Paracelsus and Alexander von Suchten. Although admitting that he did not know how Paracelsus came to his prophecy, Eglinus accepted Paracelsus's apocalyptic view that the age of Elias would follow the destruction of two­ thirds of the world by war and pestilence. At that time the temporal estates dividing the world of man would be altogether overthrown. Eglinus added, however, probably to settle the nerves of his new Landesherr, Moritz of Hessen. that this was not a prophecy of the downfall of justly appointed political estates, but the overturning of what he called "the bestial estate" (ordinum bestiae), that is, the existence of man himself as an unenlightened dumb animal. 25 

While in the age of Elias all truths of nature would be made known, including those pertaining to the chemical arts, Eglinus conceded that such knowledge might also be revealed to a few in the "middle age" for whom, as "for the use and honour of all those who love truth," Paracelsus and others had written. 26 The book, however, was not entirely about prophecy. In fact, Eglinus gave over the larger part to a defence of alchemy against the attack of a Jesuit professor of philosophy at the University of Ingolstadt named Balthasar Hagel. Hagel's criticisms appeared in a comprehensive book treating magnetism, chemistry and metallurgy published at Ingolstadt in 1588 with the title De Metallo et Lapide.27 

There were numerous points of contention. If, Hagel asked, sulphur and mercury were the constituents of metals, why were they not found in the veins of earth from which minerals and metals were themselves mined? Furthermore, if sulphur, which was highly combustible, was one of the constituent parts of metals, why then did metals themselves not also acquire the same "phlogistic" property?28 Eglinus's defence was to insist that sulphur and mercury were themselves not found in the veins of metals because they were already mixed in metals, that is, had already become metals, a position taken also by well-known authorities on mining and assaying, including Agricola, Libavius and Christian Entzelt. 

As to why metals did not possess a "phlogistic" or combustible property although constituted partly from sulphur, he explained that sulphur, in its perfect state, is so fine as neither to evaporate nor to burn. Neither would sulphur burn so long as it was bound with another material. In this case, when in the presence of heat, it rather became a vapour or smoke. 29 As for transmutation, Eglinus especially argued against Hagel's view that metals were essentially different in their kinds so that no metal could be changed into another. For his part, Eglinus reasoned that the differences in metals arose solely from differences in the purity of their constituent principles: sulphur, mercury and salt. 30

Alchemical Practice in the circle of Moritz of Hessen

The move to Marburg interrupted only briefly correspondence with Jacob Zwinger, although Eglinus's letters took now a decidedly pharmaceutical turn. To Zwinger he explained the vitriol of sulphur as a medicament in the cure of epilepsy and described in detail a process for making a luna potabilis taken from yet another autograph of Basil Valentine. The shift to medical uses of chemical preparations may have contributed to the source of difficulties with at least one other member of the Marburg faculty, Johannes Hartmann (1568-1631), who was appointed public professor of chymiatria (chemical medicine) at the university in 1609. In 1614, Eglinus found it necessary to complain to the Hessen prince, Moritz, that Hartmann had inflicted his judgement on his disciples in his private college of chymiatria "to the great prejudice of my reputation so that these students must avoid my laboratory as an evil dog or snake ... [and] he [also] forbids to all my conversation and encouragement.,,31 Eglinus could turn to the Prince because he had much earlier found a fixed place within the Prince's alchemical-medical court circle. 

On behalf of the court he functioned as an explicator of alchemical texts. He could also be counted on as an alchemical intermediary and consultant. Moritz frequently called for his opinions on processes that had been submitted to the court, and made use of Eglinus's alchemical workshop for purposes of testing alchemical particularia. Letters between Eglinus and the Prince, extending over fifteen years, show him not reluctant to propose projects of his own, many based on processes entrusted to him by Swiss alchemical acquaintances. In that way, Eglinus recommended a process for transmuting mercury into silver en route to tinging a Mark of silver into two lots of gold - a process that had come to him from a fellow Zurich alchemist named Hans Jacob Hochholtzer.32 
A recipe for making a green salt that could dissolve common gold and promote the conjunction of mineral, vegetable and animal "stones" and additional particularia for alloying metals came to Eglinus from his "good and experi­enced compatriot" and former chemist to the Elector Ernest of Cologne, Christoph Meyer a Windeck.33 

Other Swiss alchemical contacts included Caspar Tomanus from Zurich, Hans Heinrich Huber at Basle, and Georg Sehmling who lived in Strasbourg, but who was originally from the Tyrol. The ideas of another Swiss alchemist and Paracelsian, Bartholomeus Schobinger (b. c. 1549), may also have been known to Eglinus.34 It is not easy to sort out the Schobinger family since several members were named Bartholomeus. 35 Nevertheless, the St Gallen branch possessed, since the mid-sixteenth century, writings and letters of Paracelsus, collected by an earlier Bartholomeus (1500-1585) has been said to be in personal contact with the famous physician. 

The family library also included numerous alchemical works. In 1619, another Bartholomeus, now almost seventy years old, offered Moritz of Hessen a recipe for aqua mercurialis, a powerful Paracelsian medicament. Promises however of "the highest philosophical secret" received a sceptical reception. Moritz, in one of his more courteous moods, wrote that "in the matter of the secret of philosophy I recognize myself to be a disciple and beginner in such things [and I know] that you have more experience in this matter than I, however, from what I do know, I do not think that you are on the right track. Also, I think that you are ignorant of and therefore lack the correct material, the aquam solventem, and what belongs to it.,,36 

One early alchemical claim submitted to Moritz and requiring Eglinus's consultation was a process proposed by a Kassel goldsmith and carver of stone coasts of arms [Wappensteinschneider] named Severin Ruder. Some time around 1614, Ruder began promoting an alchemical process of his brother­ in-law, an Amsterdam metallurgist named Paul Auland. According to the proposal, 42 parts of gold could be produced by combining silver and gold in a ratio of 75 to 16. The process for doubling gold interested Moritz who invited the metallurgist to Kassel to provide a demonstration. 

Auland, however, declined the invitation, pointing to prior contractual obligations with the city of London for supplying 130 water pumps (each able to eject 70,000 tons of water in a twenty-four hour period), a contract that would bring him a profit of 10,000 florins. Ruder, however, was ready to supply the court with a full disclosure of his brother-in-Iaw's alchemical insights and offered as well to explain a recipe for preparing the sulphur solis or tincture of gold.37 Despite an original promise to send both recipes, Auland's processes were long delayed. Almost a year later, Eglinus rendered the following report based upon observations made by his son, Hans Ulrich, who had recently visited Auland in Amsterdam.

I ought not conceal from Your Grace that that particular about which Auland boasted in vain [probably the sulphur solis] he neither could have had, nor will be ever have it although he wrote to Your Grace with temerity and boldness [concerning it]. My son came upon it [in Amsterdam] and saw also [besides this process] the gold being produced there [from silver and gold], however poverty [of materials] here [in Marburg] does not allow us to work further in it. 38

There followed a precise description of the gold alloying procedure, never­theless. Clearly, despite difficulties with the sulphur solis, the process interested Eglinus who, as we have seen, was much at home in the practical work of doubling gold. More interesting to the court was information supplied by Eglinus con­ cerning the work of two other alchemists: Jacob Alstein and Johannes Angeles von Engelsberg. Alstein was a chemist and physician in Magdeburg and was well known among chemical physicians in the early seventeenth century although little concerning him has survived. 

Eglinus visited Alstein's pharmacy (Pharmacopolio) and was impressed by what he saw there and by what Alstein revealed to him about his work.39 What he learned he passed along to the Hessen prince, Moritz. In fact, the Prince had not long to wait before receiving an alchemical secret "concerning a certain projection" directly from Alstein, which, however, Alstein had not yet had the opportunity to test personally.40 From Alstein, Eglinus also learned of the alchemical projects of Johannes von Engelsberg, a physician formerly in service to the King of France who thereafter became involved in alchemical-medical projects on behalf of the Imperial court in Prague. 

In 1614, Engelsberg informed the court of a process by which he could generate a universal tincture and extract the "salt of metals." Further details about the recipe are lacking, although the basis for it Engelsberg described as the secret of the infinite tincture known to Isaac Holland.41 In early letters to Moritz Eglinus continued to promote his process for making gold from silver by means of preparing a metallic liquor or cement. 42 Thereafter he concerned himself with Basilian recipes for making metallic tinctures and, among other procedures, with preparing "Paracelsian tin." Much of what he collected during this time found its way into a still extant alchemical notebook or Handbuch. 43 

There Basilian recipes, many in the hand of Eglinus's alchemical friend and fellow Rosicrucian enthusiast, Benedict Figulus, accompanied selections from Paracelsian writings and a long list of processes written, communicated, or tested by alchemical aquaintances. These recipes are especially interesting since Eglinus often added precise details as to how he had acquired them. An augmentum and tinctur solis of Monsieur de la Rivera had been obtained, for instance, in France by Dr Jeremias Bart, the teacher of the young Graf von Ortenburg, who, says Eglinus, "communi­cated it to me with his own hand at Heidelberg in 1611 in exchange for several Basilian writings." Other entries name those involved in testing and elaborating procedures, indicate the provenance of individual recipes, and point to the professional backgrounds of those involved in communicating them. Some describe whether certain recipes agreed with others already known and specify what Eglinus himself had found when attempting their duplication. 44 

While collecting and testing various tinctures, Eglinus was, as we have seen, more often inclined to offer the Kassel court recipes for alloying gold and silver with other metals. In 1621, at the beginning of the period known in Germany as the Kipper und Wipper Zeit, when most of central Europe adopted a de facto copper standard, he also began suggesting recipes for transmuting iron into copper.45 The simple assaying techniques involved in doubling metals were known to every goldsmith and assayer and had become by then a leading factor in the gradual debasement and devaluation of currency. There were, of course, imperial decrees regulating the amount of gold and silver in coins. However, within the hundreds of German principalities avoidance of the Reichsmun­ zordnung (1559) was more often the rule than the exception. In Hessen, as elsewhere, the debasement of coinage brought personal hardship to many. Ironically, Eglinus too found himself afflicted by the consequences of the practice, a practice that, in many ways, he had himself encouraged. 

His own financial condition grew so intolerable that he was forced finally to make a full disclosure of his earnings to the Prince in order to demonstrate the burdens incurred by Marburg faculty as a result of the University's Oeconomus meeting expenses in near worthless coins called "Schaffhauser" (after the town of Schaffhausen where they were produced). "The affairs of the Academy," he wrote towards the end of his life in 1622, "are so worn down and afflicted that unless Your Grace lends a hand with princely authority to the [univer­sity's] accounts, and Yourself take care that stipends are paid in solid coinage ... I fail to see how professors of slender means can continue to exist, except that all things go to the worse.,,46

Yet, for all of this, Eglinus's role in the alchemical history of the early seventeenth century is less important than the part he played in the spread of occult traditions in Germany on the eve of the Thirty Years War. In 1609 he published two works summing up cosmological speculations attributed to Basil Valentine. 47 Two years later he brought together homilies written originally at Zurich treating, in part, political changes prophesied in the Book of Revelations. 48 

In 1616 another text, dedicated to Moritz, attempted to join together divine physics, mathematics and hieroglyphics so as to describe "how all things in nature, especially the sympathies and antipathies of the macro and microcosm occur and can be known.,,49 Whereas experience is essential in understanding natural things, it is, says Eglinus, through contemplation and revelation (the light of grace and glory) that we are led to the intimate mysteries joining together the things of nature and the divine. Hieroglyphic figures reveal "theosophically the principles of the heavens and fundamental doctrines taken from the sacristy of sacred scripture itself." 

Thus, revealed wisdom grasps all and orders all and comes to us as a gift of God's own grace. In the end, he writes, "those things not yet understood we will receive by means of the first resurrection ... and from the brotherhood of Christians baptised by the rosy blood of the cross of Christ." The reference to a brotherhood of the Rosy Cross as a source of true revelation is clear in this text. It may have been Eglinus who, just a year earlier, wrote another work on hieroglyphics and magical signs under the pseudo­nyms Philip a Gabala and Philemon R.C. This work, called the Consideratio Brevis, appeared with the first publication of the Rosicrucian manifesto, the Confessio Fraternitatis, at Kassel in 1615. By then, the best known Rosicrucian text, the Fama Fraternitatis (1614), had also appeared, published, as was the Confessio, by the Kassel publisher Wilhelm Wessel. 

Deep in Eglinus's correspondence with Moritz lies an undated reference to a "little treatise" that Eglinus had written and which might possibly have come to Wessel, who had just published the Fama. 50 While the actual origins of the Fama and Confessio Fraternitatis seem to have much to do with the Tubingen circle of Tobias Hess, Christoph Besold, and Johann Valentin Andreae, that the milieu in which the Consideratio Brevis took shape may have been influ­ enced by the alchemical circle surrounding the court of the Hessen prince, Moritz. One contemporary linked the brotherhood to Moritz's university town, comparing the Rosicrucians to mists rising from the river Lahn, that is, the river that runs through Marburg. 51 
For a long time, the name of the figure to whom, according to Frances Yates, the Consideratio was dedicated, Bruno Carl von Uffel, seemed also to be pseudonymous. Yet, Bruno Carl von Uffel was a real person. In fact, he was a Hessen nobleman and courtly appointed Generalproviantmeister (master of Provisions). 

He was also an alchemical enthusiast who proposed alchem ical processes to the Kassel court which it became Eglinus's job to scrutinize for the Prince. In 1613, von Uffel offered a secret for making a universal tincture by dissolving metals as a way of releasing their true spiritus.52
Eglinus supported the project, concluding that whoever truly understood the nature of metals knew that it was not necessary to destroy them with fire to obtain the philosophers' stone. Rather, as Basil Valentine had suggested, a fixed medicine could be made by dissolving and purifying the metals themselves. 53 

Both Eglinus and von Uffel also shared Basil's belief that a prima materia could be delivered from metals by means of a magnetic spirit which was itself found in antimony and released from antimony by dissolution.54 "Then," Eglinus writes, "it is aqua benedicta and the doubled mercurius philosophorum which dissolves gold powder and brings it to its prima materia and makes itself into an eternal tincture.,,55 Eglinus knew of von Uffel's alchemical thinking, approved of it, and even instructed von Uffel, in 1614, in the preparation of Basil's tincture of the mercury of antimony.56 Who better, then, than Eglinus himself to remember the otherwise obscure von Uffel in the dedication of a treatise given over to the universal significance of a magical-alchemical sign, the "stella hieroglyphica?"57 

Eglinus may also be most likely the author of an unmistakably Rosicrucian treatise, called the Assertio Fraternitatis, that was printed at Frankfurt in the same year as the Fama. The author admits to being himself a brother of the Rosy Cross, an order that lies hidden in the midst of the Germanies. It is knowledge that the brothers seek as they wander through Europe, knowledge of philosophy, medicine, sacred scripture and chemistry. Whatever books 58 appear, the order's Bibliopola procures for its members who are well versed in many languages. But not through reading alone do the brothers seek to improve the world, rather by means of observation, individual contemplation, and finally communal consultation. 

The brotherhood's magical arts have been defamed by some, but the astonishing things which its members accomplish are always consistent with nature. In such a way, its chemical arts surpass all others and from a daily working with fire, and by combining natural studies with sacred piety, the brothers prepare the most powerful medical cures. For the time being, the brotherhood works silently, but the time will come when its usefulness will be perceived by all and the knowledge that the order has collected will reach people scattered throughout God's globe. "We are undertaking sublime things," the text announces, "at which our own age will be amazed." 

Other figures linked to Rosicrucian texts, including Benedict Figulus, Heinrich Noll, and Michael Maier, vied for attention at the Kassel court. Eglinus and Figulus were well known to each other and, as we have seen, much of Eglinus's alchemical Handbuch is given over to alchemical-pharmaceu tical processes written out in Figulus's own hand. 
Two other additions to the Handbuch also suggest Rosicrucian connections. One is an entry as follows: "Aus Herrn Johannis Praetorii Pfarrherr zu Munster Dressen buck, Rauchmarckt genant, wieder die Rosen Creutzische Bruder, von der Cabaley undt Alchimey."s9 Eglinus adds that the little essay was copied on November 11, 1617 by one Friedrich von Horden. Despite the confusing title, this is not an attack on the Rosicrucians, at least not in the excerpt that Eglinus found significant enough to add to his Handbuch. 

Referring to scripture, the little essay announces three empires in the world, one led by a lion, one by an eagle, and the third by the two united together, ein Greiff or griffin. To know alchemy, which, the writer adds, the brothers of the Rosy Cross certainly do, one has to comprehend the alchemical phoenix which can be known cabbal­istically through biblical understanding of the two images. Another entry in the Handbuch, this time an alchemical recipe, is a process for an alchemical tincture communicated in 1607 via Figulus from one Adam Haselmyer of the Tyrol. This is undoubtedly the same Haselmyer who wrote a reply to the Fama Fraternitatis in 1612 after claiming to have seen the text in 60 manuscript in the Tyrol. Whatever the connection, it is clear that a group of kindred spirits in both Switzerland and Germany shared an interest in alchemical (mostly Basilian-Paracelsian) and Rosicrucian texts. Underneath it all, however, ran a sub-theme, the prophetic revelation of knowledge through the return of Elias. Elias, however, was no longer a person, but a Christian brotherhood infused with hermetic, Paracelsian and alchemical beliefs which had taken shape within the intellectual traditions of Renaissance Platonism and post-reformation millenarianism.

There are, of course, lots of Rosicrucian essays, over two hundred written between 1614 and 1623, and Eglinus may be just one of many writers excited by the possibility of a Rosicrucian brotherhood, real or imaginary. Yet the closeness of Eglinus to the publication of the earliest Rosicrucian manifestos at Kassel, his earlier encounter with Giordano Bruno, an interest in Paracelsian cosmology and Basilian alchemy, and his prophetic chiliasm set within the tradition of the returning Elias Artista, make him at least a good candidate for admittance into the inner circle of Rosicrucian enthusiasts. How much cloth does it take to make a coat? Certainly the bits of fabric gathered around Raphael Eglinus are insufficient to fill out any definite pattern. Much still needs to be pieced together from material perhaps still to be found in the archives. In the meantime, the little extra stitching done here should make it obvious that whoever wants, in the future, to tie in the appearance of prophetic-Rosicrucian writings in Germany with the prevailing religious, alchemical and occult traditions of the early seventeenth century will need to pull on at least a few Eglinian threads. 


NOTES 

1. Prophetia Halieutica vere nova et admiranda ad Danielis et sacrae Apocalpyseos calculum chronographicum. divina ope nunc primum in lucem productum. revocata (Tiguri, 1598). Also published under the title Conjectura halieutica nova e notis et characteribus piscium
marinorum ad latera stupendo prodigio insignitorum desumta; oder neue Meerwunderische Prophezeyung uber die 1598 in Norwegen gefangene und mit Characteribus gezeichnete Heringe, aus daviel und der Offenbarung lohannis Zeitrechnung (Frankfurt and Hanau, 1611). 
2. Ex Heliophilo and Percis Philochemico in Appendix necessaria Syntagmatis Arcanorum Chymicorum Andreae Libavii ... (Frankfurt: Nicolaus Hoffmannus, 1615), pp. 252-62.  
3. J. Wiilli, "Raphael Egli (1559-1622)," Zurcher Taschenbuch aUf das lahr 1905 N.F. 28
(1905), pp. 154-92. Other references include: Hans Jacob Leu, Allgemeines Helvetisches. Eydgenoftisches. oder Schweitzerisches Lexicon . .. (ZUrich: Hans Ulrich Denzler, 1752), Part 6, p. 224-28; Friedrich Wilhelm Strieder, Grundlage zu einer hessischen gelehrten­und schriftsteller-geschichte (1781-1868), vol. 3, pp. 299-318; Hermann Walser, Geschichte der Laurenzen- oder Stadtkirche Winterthur (Winterthur: Geschwister Ziegler, 1944), Part 2, pp. 52-53; Historisch Biographisches Lexikon der Schweiz (Neuenburg, 1924-34),
vol. 2, p. 790. Emanuel Dejung and Willy Wuhrmann, Zurcher Pfarrerbuch 1519-1952 (ZUrich, 1953), p. 252; Walther Zimmermann, "Die Ahnen des Marburger Professors Raphael Eglin, eine Karolinger-Abstammung," Hessische Familienkunde (Frankfurt am Main, 1954-56), vol. 3, pp. 73-80; 171-78. I have discussed a few aspects of Eglinus's life in The Alchemical World of the German Court: Occult Philosophy and Chemical Medicine in the Circle of Moritz of Hessen (1572-1632) (Stuttgart, 1991), pp. 40ff; 98-101. 
4. WiilIi's reading of remaining documents in ZUrich surrounding Eglinus's dismissal is more trustworthy than the impression left by Ferguson who follows earlier biographical sources. "But he had become so infatuated with alchemy that not only his own estate but a good
deal of other peoples' had gone in smoke up his furnace chimney, and at last in 1601 his debts were so heavy that he fled from ZUrich to Marburg ... " John Ferguson, Bibliotheca Chemica (1906, rept. London, 1954), vol. I, p. 233. 
5. Eglinus also accepted the office of court preacher at Marburg and used his skills in hymnology to help prepare the official hymnal of the reformed Hessen church. See Winfried Zeller, "Raphael Egli und das Gesangbuch des Landgrafen Moritz," in B. Jaspert ed., Frommigkeit in Hessen: Beitriige zur Hessischen Kirchengeschichte (Marburg: Elwert, n.d.), pp.80-95. 6. My thanks to Joachim Telle for bringing many references to Eglinus letters outside Kassel to my attention. 
7. Staatsarchiv des Kantons ZUrich: E I 1.6a. Letter to Dr. Joannes Scheppius; Tiguri, 28 Nov. 1604. By means of the process Eglinus promises an increase of one and a half lots plus three grains of gold for every mark invested. The whole procedure is so certain, he
says, "that now several times specimina have been made by me and are with me in great quantity." 
8. Wiilli, "Raphael Egli," (n. 3) p. 166-67. Staatsarchiv des Kantons ZUrich: E I 1.6a. "Ein summarischer Bericht vom Stein der Wysen, was min Ergrundung." 
9. Wiilli, "Raphael Egli," p. 171. Staatsarchiv des Kantons ZUrich: E I 1.6a. Letter to Obmann Hans Rudolf Rahn; 24 Nov. 1605
10. Problems with the citizens of Ziirich had begun much earlier. Already in 1594 complaints were registered about Eglinus who, it was said, spent too much time looking after mining interests instead of preaching and teaching. Wiilli, "Raphael Egli," p. 165. 
11. Offentliche Bibliothek der Universitiit Basel: Fr. Gr. Ms. II, 28, no. 86; Eglinus to Zwinger, 3 August 1600. 
12. Ibid., Fr. Gr. Ms. II, 28, no. 87; Eglinus to Zwinger, 21 March 1601. 
13. Ibid., Fr. Gr. Ms. II, 28, no. 88; Eglinus to Zwinger, 7 Sept. 1603. In a later letter to Zwinger written at Marburg, 20 Dec., 1607 [Fr. Gr. Ms. II, 28, no. 91] Eglinus once again refers to the Scot (Alexander Sidonius). "Sidonius is said to have been in the city of Lubeck, others
say it is doubtful and that he never himself made the [much discussed alchemical] tincture, but [got possession of it] by means of traffic with the wife of [the Strassburg alchemist] Gustenhofer." That Eglinus actually met Alexander Seton and gave to the same a letter in 
1603 for delivery to Jacob Zwinger is described in Johann Wolfgang Dienheim, Medicina Universalia (Argentorati, 1610), chap. 24, pp. 64-68. The account is repeated by John Ferguson, Bibliotheca Chemica (n. 4) vol. II, p. 375. 
14. Like von Suchten, Sala also focused on antimony in his works. Cf. his Anathomia antimonii (Lei den, 1617) which treats of various preparations from antimony. Sala also described errors in both Galenic and chemical medicines, Tractatus duo de Variis tum chymicorum
tum Galenistarum erroribus in praeparatione medicinali Commissis (Hanover, 1608) and discussed the preparation of various vitriols and vitriolic compounds, Anatomia vitrioli ... (Aureliae Allobrogrogum, 1613). Like Eglinus, Sala would also find rewards associated with the German court. On his activities at the court of Mecklenburg-Gustrov see Robert Capobus, Angelus Sala, Leibarzt des Johann Albrecht II ... seine wissenschaftliche Bedeutung als Chemiker im XVII. Jahrhundert (Berlin, 1933). 
15. Offentliche Bibliothek der Universitiit Basel: Fr. Gr. Ms. II, 28, no. 90; Eglinus to Zwinger,
14 Dec. (no year). See also Johannes Gerber, "Giordano Bruno und Raphael Egli: Begegnung im zwielicht von Alchemie und Theologie," Sudhoffs Archiv 76 (1992), pp. 133-63. 
16. Ibid., Fr. Gr. Ms. II, 28, no. 91. 
17. Cheiragogia Helianna de Auro Philosophico necdum cognito ... (Marburg: Rudolph Hutwelcher, 1612). There appeared later an English translation, George Thor, Cheiergogia Heliana. A Manuduction to the Philosopher's magical gold . (London: Humphrey Moseley, 1659). 
18. Quoted in Wiilli, "Raphael Egli," p. 158.
19. Glimpses into Eglinus's relationship with Hainzel and his encounter with Bruno have been offered recently by Johannes Gerber, (n. 15). 
20. Summa Terminorum metaphysicorum ad capessendum Logicae et Philosophiae studium, ex Iordani Bruni Nolani Entis descensu manusc. excerpta; nunc primum luci commissa; a Rephaele Eglino leonio, Tigurino (Tiguri, apud Ioannem Wolphium, 1595). A second edition, appearing with two smaller works, the Tractatus de definitionibus of pseudo-Atanasio and the Terminorum quorundam explicationes of Rudolph Goclenius, was published at Marburg by Rodolph Hutwelcker in 1609. This edition forms the basis of a recent reprinting of the Bruno text with an informative introduction by Eugenio Canone: Summa Terminorum Metaphysicorum Ristampa anastatica dell'edizione Marburg 1609, ed. E. Canone (Rome: Edizioni dell' Ateneo, 1989).
21. Protestation R. Eglins von Zurich seiner bestiindigen Religions-Erkliirung halben (n.p., 1606). Bestiindige Religions Ercliirung R. Eglins. . uber den Artickul: von der h. Catholischen, das ist al/gemeinen Kirchen Gottes . . . wider die romische Kirch ...(Lindau, 1606). 
22. Aphorismus Theologiens de mysterio prophetico super conversione gentis Judaicae universali ... (Marburg, 1606). 
23. Disquisitio de Helia Artium ad iIlustrissimum principem Mauritium, Hassiae Landgravium ... (Leipzig: Apud Iohannem Rosam Bibliopolam, 1606). The book was also printed in the same year, 1606, at Marburg. Two years later another edition appeared with the title 
Disquisitio de Helia Artista Theophrast. in qua de metal/orum transformatione, adversus Hagellii et Pererii Jesuitarum opiniones evidenter et solide differitur . .. Accesserunt recens Canones hermetici, de spiritu, anima et corpore majoris et minoris mundi, cum appendice (Marburg, 1608). Using an anagram, Nicolaus Niger Hapelius, Eglinus published the text again in 1612 as part of his Cheiragogia Heliana. In this edition Eglinus adds two other treatises to the Disquisitio, the Tractatus de Coelo Terrestri Venceslai Lavinii and Aphorismi Basiliani The latter was also published separately by Hutwelcker in 1612. Eglinus's treatises were next taken up by Lazarus Zetzner in his Theatrum chemicum (Argentorati: Lazari Zetzneri Bibliopolae, 1613), vol. 4 [Cheirogogia Heliana ... , pp. 299-323; Disquisitio Heliana, de metallorum transformatione, pp. 326-67; Aphorismi Basiliani, pp. 368-71]. A German translation of the Disquisitio had to wait until the eighteenth century, Friedrich Josef Wilhelm SchrOder, R.E.I.D. Elias der Artist, eine Abhandlung von der Kunstlichen Metallverwandlung in Neue Alchymistische Bibliothek fur den Naturkundiger unsers Jahrhunderts ausgesucht und herausgegeben von S. Zweyte Sammlung (Frankfurt and Leipzig: Heinrich Ludwig Bronner, 1772), part III, pp. 181-260. 
24. Concerning the age of Elias, see H. Kopp, Die Alchemie in Alterer und neuerer Zeit (1886; rept. Hildesheim: Georg Olms, 1971). vol. 1, pp. 250-52. Also, Walter Pagel, "The Paracelsian Elias Artista and the Alchemical Tradition," Medizinhistorisches Journal, 16 (1981), pp. 6-19. More recently, Herbert Breger, "Elias Artista - A Precursor of the Messiah in Natural Science," in Nineteen Eighty-Four: Science Between Utopia and Dystopia, ed. Everett Mendelsohn and Helga Nowotny (Oordrecht, 1984), pp. 49-72. Cf. also William Newman, "Prophecy and Alchemy: the Origin of Eirenaeus Philalethes, Ambix, 37 (1990), pp. 97-115.
25. Disquisitio de Helia Artium (Leipzig, 1606), C2'-C3'. 
26. Ibid., C3v.
27. Josef Schaff, Geschichte der Physik an der Universitiit Ingolstadt (Erlangen, 1912) mentions Hagel's works, pp. 82-85. 
28. Disquisitio, 0'_02'.
29. Ibid., 20'-ESV. 
30. Ibid., E6'-E8'.
31. Gesamthochschul-Bibliothek Kassel, Landesbibliothek und Murhardsche Bibliothek Kassel, hereafter MBK: 2° MS Chern 19, vol. 1, 35'-38v. 
32. MBK: 2° MS Chern 19, vol. 1, 30'; 68'-69v; 255'-v; 342'-344'. 
33. MBK: 2° MS Chern 19, vol. 4, 61'-62v.
34. Schobinger seems to be referring to Eglinus when he mentions in one of his letters "a doctor, a professor at Marburg in theology who has published several books in German and has a great name in chymia and whose art is beloved in St Gallen in my fatherland." MBK: 2°
MS Chern 19, vol. 2, 91' and following unpaginated insertion. Eglinus refers in one of his letters to an antimony tincture of mercury about which he will instruct Carl von Uffel and the original recipe for which he has from the library of the Senior Or Schobinger. MBK: 2° MS